Scaife ATLAS

CTS Library / Ἑλένη

Ἑλένη (61)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg009.perseus-grc2:61
Refs {'start': {'reference': '61', 'human_reference': 'Section 61'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὧν Ἑλένη τοσούτῳ πλέον ἔσχεν, ὅσῳ περ καὶ τὴν ὄψιν αὐτῶν διήνεγκεν. οὐ γὰρ μόνον ἀθανασίας ἔτυχεν, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμιν ἰσόθεον λαβοῦσα πρῶτον μὲν τοὺς ἀδελφοὺς ἤδη κατεχομένους ὑπὸ τῆς πεπρωμένης εἰς θεοὺς ἀνήγαγε, βουλομένη δὲ πιστὴν ποιῆσαι τὴν μεταβολὴν οὕτως οὕτως αὐτοῖς τὰς τιμὰς ἐναργεῖς ἔδωκεν ὥσθʼ ὁρωμένους ὑπὸ τῶν ἐν τῇ θαλάττῃ κινδυνευόντων σῴζειν, οἵτινες ἂν αὐτοὺς εὐσεβῶς κατακαλέσωνται.

Tokens

ὧν 1 w 2
Ἑλένη 1 w 7
τοσούτῳ 1 w 14
πλέον 1 w 19
ἔσχεν 1 w 24
ὅσῳ 1 w 28
περ 1 w 31
καὶ 1 w 34
τὴν 1 w 37
ὄψιν 1 w 41
αὐτῶν 1 w 46
διήνεγκεν 1 w 55
οὐ 1 w 58
γὰρ 1 w 61
μόνον 1 w 66
ἀθανασίας 1 w 75
ἔτυχεν 1 w 81
ἀλλὰ 1 w 86
καὶ 2 w 89
τὴν 2 w 92
δύναμιν 1 w 99
ἰσόθεον 1 w 106
λαβοῦσα 1 w 113
πρῶτον 1 w 119
μὲν 1 w 122
τοὺς 1 w 126
ἀδελφοὺς 1 w 134
ἤδη 1 w 137
κατεχομένους 1 w 149
ὑπὸ 1 w 152
τῆς 1 w 155
πεπρωμένης 1 w 165
εἰς 1 w 168
θεοὺς 1 w 173
ἀνήγαγε 1 w 180
βουλομένη 1 w 190
δὲ 1 w 192
πιστὴν 1 w 198
ποιῆσαι 1 w 205
τὴν 4 w 208
μεταβολὴν 1 w 217
οὕτως 1 w 222
οὕτως 2 w 227
αὐτοῖς 1 w 233
τὰς 1 w 236
τιμὰς 1 w 241
ἐναργεῖς 1 w 249
ἔδωκεν 1 w 255
ὥσθʼ 1 w 259
ὁρωμένους 1 w 268
ὑπὸ 2 w 271
τῶν 2 w 274
ἐν 2 w 276
τῇ 1 w 278
θαλάττῃ 1 w 285
κινδυνευόντων 1 w 298
σῴζειν 1 w 304
οἵτινες 1 w 312
ἂν 1 w 314
αὐτοὺς 1 w 320
εὐσεβῶς 1 w 327
κατακαλέσωνται 1 w 341

Dictionary Citations

LSJ

κατακαλέω
II call upon, invoke, τοὺς θεούς App. Pun. 81; κατακαλέσασθαι v.l. Isoc. 10.61, cf. Plu. Them. 13.
πορεῖν
b destined, π. βασιλεύς Pi. P. 4.61; τὸν πεπρ. μόρον A. Fr. 362.4; βίος π. oneʼs natural life, Pi. P. 6.27; τὸ μόρσιμον π. Id. N. 4.61; ἀρετὰ π. ib. 43; π. αἶσα, ξυμφορά, etc., A. Pr. 103, S. Ant. 1337, etc.; ὅταν ἔλθῃ τὸ π. τέλος X. Mem. 2.1.33; ἡ π. (with and without μοῖρα) appointed lot, Fate, Destiny, Hdt. 1.91, E. Hec. 43, etc.; twice in Isoc., 1.43, 10.61 (also, οὐ ταῦτα ταύτῃ μοῖρά πω τελεσφόρος κρᾶναι πέπρωται, i.e. ἡ πεπρωμένη μοῖρα οὐ ταῦτα ταύτῃ κρανεῖ, A. Pr. 512); also, τὸ π. Pi. Fr. 232, A. Ag. 68 (anap.), 684 (lyr.), E. Rh. 634; τὰ π. Id. Ion 1388, etc.—Poet. word, pf. part. Pass. being used rarely in Prose (v. supr.). (Cf. Lat. pars, portio.)