Scaife ATLAS

CTS Library / Ἑλένη

Ἑλένη (13)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg009.perseus-grc2:13
Refs {'start': {'reference': '13', 'human_reference': 'Section 13'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

οὐ γὰρ τῆς αὐτῆς γνώμης ἐστὶν ἀξίως εἰπεῖν περὶ ἑκατέρων αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ μὲν μικρὰ ῥᾴδιον τοῖς λόγοις ὑπερβαλέσθαι, τῶν δὲ χαλεπὸν τοῦ μεγέθους ἐφικέσθαι· καὶ περὶ μὲν τῶν δόξαν ἐχόντων σπάνιον εὑρεῖν, μηδεὶς πρότερον εἴρηκε, περὶ δὲ τῶν φαύλων καὶ ταπεινῶν τι ἄν τις τύχῃ φθεγξάμενος ἅπαν ἴδιόν ἐστιν.

Tokens

οὐ 1 w 2
γὰρ 1 w 5
τῆς 1 w 8
αὐτῆς 1 w 13
γνώμης 1 w 19
ἐστὶν 1 w 24
ἀξίως 1 w 29
εἰπεῖν 1 w 35
περὶ 1 w 39
ἑκατέρων 1 w 47
αὐτῶν 1 w 52
ἀλλὰ 1 w 57
τὰ 1 w 59
μὲν 1 w 62
μικρὰ 1 w 67
ῥᾴδιον 1 w 73
τοῖς 1 w 77
λόγοις 1 w 83
ὑπερβαλέσθαι 1 w 95
τῶν 2 w 99
δὲ 1 w 101
χαλεπὸν 1 w 108
τοῦ 1 w 111
μεγέθους 1 w 119
ἐφικέσθαι 1 w 128
καὶ 1 w 132
περὶ 2 w 136
μὲν 2 w 139
τῶν 3 w 142
δόξαν 1 w 147
ἐχόντων 1 w 154
σπάνιον 1 w 161
εὑρεῖν 1 w 167
1 w 169
μηδεὶς 1 w 175
πρότερον 1 w 183
εἴρηκε 1 w 189
περὶ 3 w 194
δὲ 2 w 196
τῶν 4 w 199
φαύλων 1 w 205
καὶ 2 w 208
ταπεινῶν 1 w 216
1 w 217
τι 1 w 219
ἄν 1 w 221
τις 1 w 224
τύχῃ 1 w 228
φθεγξάμενος 1 w 239
ἅπαν 1 w 243
ἴδιόν 1 w 248
ἐστιν 1 w 253

Dictionary Citations

LSJ

σπάνιος
rare, scarce, scanty, Hdt. 2.67, 5.29, etc.; σ. θήρευμα . . λαβεῖν a rare catch, E. IA 1162; of persons, rarely seen, aloof, δυσπρόσιτος, ἔσω τε κλῄθρων σπάνιος ib. 345 (troch.); σ. σεαυτὸν παρέχειν Pl. Euthphr. 3d, cf. Plu. Crass. 7; τῷ ὕδατι σ. χρώμενοι having a scanty supply of water, Th. 7.4; in an Adv. sense, σπάνιος ἐπιφοιτᾷ he seldom visits, Hdt. 2.73; so τοὺς σπανίους ἰδεῖν στρατηγούς seldom seen, X. Cyr. 7.5.46, cf. Pl. Lg. 953c; σπάνιοι περιπεπλεύκασι Str. 15.1.4; σπάνιόν ἐστι, c. inf., it is seldom that . ., X. Cyr. 1.3.3, Isoc. 10.13; opp. ῥᾴδιον, Archyt. 3; σπάνιον εἴ τις . . it is rare for one to . ., Str. 7.3.4: τὸ σ. Aeschin. 3.180, Arist. Mete. 372a23; ὁ ταὧς διὰ τὸ σ. θαυμάζεται Eub. 114.
φθέγγομαι
I ἀνθρωπηΐῃ φωνῇ φ. Hdt. 2.57; ἀπὸ γλώσσας Pi. l.c.; διὰ τοῦ στόματος Pl. Sph. 238b; [ ψυχῆς] φθεγξαμένης ἀΐων Xenoph. 7.5; φθεγξαμένου τευ ἢ αὐδήσαντος Od. 9.497; with a part. expressing the kind of cry, φθέγξομʼ ἐγὼν ἰάχουσα Il. 21.341; τοὶ δʼ ἐφθέγγοντο καλεῦντες Od. 10.229, cf. 12.249; so σφοδρῷ τῷ πνεύματι φ. Archyt. 1; φ. μετὰ βοῆς Pl. Lg. 791e, etc.; μέγιστον ἁπάντων D. 19.206; καλὸν καὶ μέγα ib. 216, cf. 337; ἐλεύθερον καὶ μέγα Pl. Grg. 485e; also of weak, small voice, φθεγξάμενος ὀλίγῃ ὀπί Od. 14.492; τυτθὸν φθεγξαμένη Il. 24.170; of the battle-cry, X. An. 1.8.18; of the recitative of the chorus, Id. Oec. 8.3; οὐκέτι πόρρω διθυράμβων φ. Pl. Phdr. 238d; οὐδʼ ἂν φθέγξασθαι δυνηθείη would not be able to utter a syllable, Isoc. 15.192, cf. Pl. R. 368c; opp. silence, X. Mem. 4.2.6; εἶτα σὺ φθέγγει . . ; open your mouth . . ? D. 18.283; of children just born, Arist. HA 587a27:—Constr.:—c. acc. cogn., utter, ἔπος Hdt. 5.106; ἀγέλαστα Heraclit. 92; ὀδυρμοὺς καὶ γόους ἀνωφελεῖς A. Pr. 34; καίρια S. Ph. 862 (lyr.); ἀράς, λόγους, βλασφημίαν, E. Ph. 475, Med. 1307, Ion 1189; ῥῆμα μοχθηρόν SIG 1175.19 (Piraeus, Tab. Defix., iv/iii B. C.); τἀληθῆ Pl. Phlb. 49b; ὑπέρογκα ματαιότητος φ. 2 Ep.Pet. 2.18: the pers. addressed added with a Prep., φ. εἰς ἡμᾶς E. Ph. l.c.; πρός τινα Pl. Ion 534d; later τισί, Plu. Crass. 27; φ. τι περί τινος Isoc. 10.13; τὸ φθεγγόμενον, abs., that which uttered the sound, Hdt. 8.65.