Scaife ATLAS

CTS Library / Αἰγητικὸς

Αἰγητικὸς (31)

urn:cts:greekLit:tlg0010.tlg006.perseus-grc2:31
Refs {'start': {'reference': '31', 'human_reference': 'Section 31'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἥτις οὐδʼ ἐπειδὴ τελευτᾶν ἤμελλε τὸν βίον, ὁρῶσα τοὺς πολίτας τοὺς ἡμετέρους, ὅσοι περ ἦσαν ἐν Τροιζῆνι, διαπλέοντας εἰς Αἴγιναν, ἵνʼ αὐτὸν συγκαταθάψειαν, οὐδʼ εἰς τοῦτον τὸν καιρὸν ἀπήντησεν, ἀλλʼ οὕτως ὠμῶς καὶ σχετλίως εἶχεν, ὥστʼ ἐπὶ μὲν τὸ κῆδος οὐκ ἠξίωσεν ἀφικέσθαι, τῶν δὲ καταλειφθέντων οὐδὲ δέχʼ ἡμέρας διαλιποῦσʼ ἦλθεν ἀμφισβητοῦσα, ὥσπερ τῶν χρημάτων ἀλλʼ οὐκ ἐκείνου συγγενὴς οὖσα.

Tokens

ἥτις 1 w 4
οὐδʼ 1 w 8
ἐπειδὴ 1 w 14
τελευτᾶν 1 w 22
ἤμελλε 1 w 28
τὸν 1 w 31
βίον 1 w 35
ὁρῶσα 1 w 41
τοὺς 1 w 45
πολίτας 1 w 52
τοὺς 2 w 56
ἡμετέρους 1 w 65
ὅσοι 1 w 70
περ 1 w 73
ἦσαν 1 w 77
ἐν 1 w 79
Τροιζῆνι 1 w 87
διαπλέοντας 1 w 99
εἰς 1 w 102
Αἴγιναν 1 w 109
ἵνʼ 1 w 113
αὐτὸν 1 w 118
συγκαταθάψειαν 1 w 132
οὐδʼ 2 w 137
εἰς 2 w 140
τοῦτον 1 w 146
τὸν 3 w 149
καιρὸν 1 w 155
ἀπήντησεν 1 w 164
ἀλλʼ 1 w 169
οὕτως 1 w 174
ὠμῶς 1 w 178
καὶ 1 w 181
σχετλίως 1 w 189
εἶχεν 1 w 194
ὥστʼ 1 w 199
ἐπὶ 1 w 202
μὲν 1 w 205
τὸ 4 w 207
κῆδος 1 w 212
οὐκ 1 w 215
ἠξίωσεν 1 w 222
ἀφικέσθαι 1 w 231
τῶν 1 w 235
δὲ 1 w 237
καταλειφθέντων 1 w 251
οὐδὲ 1 w 255
δέχʼ 1 w 259
ἡμέρας 1 w 265
διαλιποῦσʼ 1 w 275
ἦλθεν 1 w 280
ἀμφισβητοῦσα 1 w 292
ὥσπερ 1 w 298
τῶν 2 w 301
χρημάτων 1 w 309
ἀλλʼ 2 w 313
οὐκ 2 w 316
ἐκείνου 1 w 323
συγγενὴς 1 w 331
οὖσα 1 w 335

Dictionary Citations

LSJ

κῆδος
b funeral rites, mourning, πατέρι δὲ γόον καὶ κήδεα λυγρὰ λεῖπʼ Il. 5.156, etc.; θάνατος καὶ κ. 4.270; κήδεʼ ἐμῶν ἑτάρων mourning for them, 22.272; κ. στονόεντα Archil. 9, cf. A. Ch. 469 (lyr.), Plu. Sol. 12, etc.: sg., κᾶδος φθιμένου θήκασθαι Pi. P. 4.112, cf. N. 1.54; ἅμα κήδεϊ when there is a death in the family, Hdt. 2.36; ἐς τὸ κ. ἰέναι to attend the funeral, Id. 6.58, cf. SIG 1218.18 ( Iulis, v B.C.); ἐπὶ τὸ κ. ἀφικέσθαι Isoc. 19.31; θυραῖον κ. ἐς τάφον φέρειν E. Alc. 828; ὅταν οἰκεῖον . . κ. γένηται Pl. R. 605d; εἰς τὰ κήδη . . οἱ συγγενεῖς ἀπαντῶσι attend at funerals, Arist. EN 1165a20.
σχέτλιος
III Adv. -ίως Isoc. 19.31: Sup. -ιώτατα f.l. in S. Tr. 879. [ Hom. always puts σχέτλιος emphatically at the beginning of a line, exc. once in fem., Il. 3.414; and twice in neut., Od. 14.83, 22.413. He always uses the 1st syll. long, exc. in Il. 3.414, where σχετλίη has the first syll. short, as in E. Andr. 1179 (lyr.), Cyc. 587, al., and Ar. ll.cc.]
ὠμός
II savage, fierce, cruel, [ δεσπόται] ὠμοί τε δούλοις A. Ag. 1045; ὠ. φρόνημα Id. Th. 536; ὠμῇ ξὺν ὀργῇ Id. Supp. 187; δαίμων S. OT 828; τὰ . . Ἀγαμέμνονος κλύεις ὠμὰ καὶ πάντολμʼ E. IA 913 (troch.); ὠμὸς ἔς τινα Id. Hipp. 1264; and so in Prose, ὠμὸν τὸ βούλευμα . . ἐγνῶσθαι Th. 3.36; οὕτως ὠμὴ <ἡ> στάσις προὐχώρησε ib. 82; θηρευταὶ ὠμοὶ καὶ ἄνομοι Pl. Lg. 823e; ὠμὴ ψυχή ib. 718d; χαλεπὸς καὶ ὠ. X. An. 2.6.12; τὸν οὕτως ὠμόν, τὸν οὕτως ἀγνώμονα D. 21.97; ὠμοὶ χρόνοι hard times, IG 3.1372 (metr.). Adv., ὠμῶς καὶ ἀπαραιτήτως Th. 3.[84], cf. X. Vect. 5.6; ὠ. καὶ σχετλίως ἔχειν Isoc. 19.31; ὠ. καὶ πικρῶς D. 29.2; ὠ. ἀποκτείνειν Lys. 13.63 codd. ὁμοίως Lipsius): Sup., ὠμότατα διακεῖσθαι πρός τινα Isoc. 9.49.