LSJ
II
fit one thing on to another, οἱ χροῒ κόσμον Hes. Op. 76; τοὔνομʼ . . ἐλεγείῳ Critias 4 D.; σχοίνῳ [τοὺς ἀνθέρικας] Theoc. 1.53:— Med., ζεῦγλαν ἐφηρμόσατο AP 9.19 ( Arch.).
III
Med. is used by Poets and in Hp. like Act., μελόμεθα, -ησόμεθα, Hp. Ep. 27; to be an object of care, Ἄρτεμιν ᾇ μελόμεσθα E. Hipp. 60: mostly in 3 sg., ἐμοὶ δέ κε ταῦτα μελήσεται Il. 1.523; μή τί τοι ἡγεμόνος γε ποθὴ μελέσθω let it not weigh on thy mind, Od. 10.505; τἀντεῦθεν . . αὐτῷ μελέσθω Λοξίᾳ A. Eu. 61; τἀνθάδʼ ἂν μέλοιτʼ ἐμοί S. El. 1436; γάμους . . σοὶ χρὴ μέλεσθαι E. Ph. 759, etc.; ἰαχὰν μελομέναν νεκροῖς ib. 1302: rarely impers., σοὶ . . μελέσθω φρουρῆσαι S. El. 74; μέλεταί τινί τινος Theoc. 1.53, Orac. ap. Luc. Alex. 24.
II
Subst., = πήρα, θύλακος, πτωχῶν οὐ. ἀεὶ κενεή Call. Fr. 360 ( θυλὰς cj. Ruhnken for οὐλαὶ, κενεή Hecker for κεναί), cf. Hsch. s. vv. θυλίδες, θυλλίς, οὐλάδες, Phot., Sch. Theoc. 1.53; restd. for οὖδας in AP 7.413 ( Antip.).