plait, twine, πλοκάμους ἔπλεξε φαεινούς Il. 14.176; στέφανον Pi. I. 8(7).73, cf. Ar. Th. 458; ἐκ τῆς βίβλου ἱστία Thphr. HP 4.8.4; ἀνθερίκεσσι ἀκριδοθήραν Theoc. 1.52:— Med., πεῖσμα . . πλεξάμενος having twisted me a rope, Od. 10.168, cf. Hdt. 2.28; π. ἄρκυς Ar. Lys. 790 (lyr.):— Pass., κράνεα πεπλεγμένα of basket-work, Hdt. 7.72; χρέωνται σειρῇσι πεπλεγμένῃσι ἐξ ἱμάντων ib. 85; βρόχος πεπλ. σπάρτου X. Cyn. 9.13.