ταναύπους
ταναύπους
τᾰναύ-πους,
i. e. τανάϝπους
old Epic form for τανύπους
stretching the feet, long-striding, longshanked, Hhymn., Od.
{ "content": "ταναύπους\n τᾰναύ-πους,\n \n i. e. τανάϝπους\n old Epic form for τανύπους\n stretching the feet, long-striding, longshanked, Hhymn., Od.", "key": "tanau/pous" }