Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
λαχαίνω
λαχανηλόγος
λαχανισμός
λάχανον
λαχανόπτερος
λαχανοπώλης
λάχεια
Λάχεσις
λαχή
λαχναῖος
λαχνήεις
λάχνη
λαχνόγυιος
λαχνόομαι
λάχνος
λαχνώδης
λάχος
λάω
λάω
λαώδης
λέαινα
View word page
λαχνήεις
λαχνήεις from λάχνη λαχνήεις, Doric -άεις, εσσα, εν hairy, shaggy, Il., Pind.
ShortDef
hairy, shaggy
Debugging
Headword:
λαχνήεις
Headword (normalized):
λαχνήεις
Headword (normalized/stripped):
λαχνηεις
IDX:
19350
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n19369
Key:
laxnh/eis
Data
{'content': 'λαχνήεις\n from λάχνη\n λαχνήεις, Doric -άεις, εσσα, εν\n hairy, shaggy, Il., Pind.', 'key': 'laxnh/eis'}