φθείρω
φθείρω
φθερῶ, ἔφθειρα, ἔφθαρκα and -έφθορα, ἔφθαρμαι, ἐφθάρην, destroy, lay waste.
{ "headword": "φθείρω", "urn": "urn:cite2:scaife-viewer:dictionaries.v1:anabasis-mather-2491", "definition": "φθείρω\nφθερῶ, ἔφθειρα, ἔφθαρκα and -έφθορα, ἔφθαρμαι, ἐφθάρην, destroy, lay waste.", "key": "fqei/rw", "type": "textpart" }