Scaife ATLAS

CTS Library / Ὀξέων νούσων θεραπευτικόν

Ὀξέων νούσων θεραπευτικόν (1.10)

urn:cts:greekLit:tlg0719.tlg003.perseus-grc2:1.10
Refs {'start': {'reference': '1.10', 'human_reference': 'Book 1 Chapter 10'}}
Ancestors [{'reference': '1'}]
Children []
prev
plain textXML
next
Κεφ. θ. Θεραπεία τῶν κατὰ τὴν Φάρυγγα λοιμικῶν παθῶν.

πῆ μὲν ξυνὴ καὶ τῶνδε πρὸς τἄλλα πάθεα τὰ ἐν τοῖσι παρισθμίοισι ἰητρειη, πῆ δὲ ἰδίη. ἐπὶ φλεγμασίῃ καὶ ἀγχόνῃ, κλυσμοὶ, φλεβοτομίη , τέγξιες, ἐπιπλάσιες, πυρίη, διάδεσμοι, σικύη, πάντα τωὐτά. χρίσιες δὲ φαρμάκων δυνατωτέρων· οὐ γὰρ ἀτρεμέει τὰ ἕλκεα, οὐδὲ ἐσχάραι γίγνονται ἐπιπολῆς· ἀλλὰ κἢν ἰχὼρ ἀπὸ τουτέων εἴσω στάξῃ, ὤκιστα μὲν ἑλκοῦται τὰ μέρη, κἢν ἀσινέα · ὤκιστα δὲ εἰς τὸ εἴσω νέμεται καὶ κτείνει. πυρὶ μὲν ὦν καίειν τὸ πάθος ἀρωγὸν, ἀλλʼ ἀξύνετον διὰ τὸν ἰσθμόν· φαρμάκοισι δὲ πυρὶ ἰκέλοισι χρέεσθαι ἔς τε τὴν ἐπίσχεσι ν τῆς νεμήσιος, ἀτὰρ ἠδὲ ἐς τὴν τῶν ἐσχαρέων ἔκπτωσιν. ἔστι δὲ στυπτηρίη ξὺν μέλιτι, κηκὶς, βαλαύστιον , ξηρὰ, ξὺν μελικρή τῳ. τοῖσι δὲ αὐτοῖς καὶ ἐμφυσῆν καλάμῳ, πτίλῳ, καυλῷ παχέϊ καὶ ἐπιμήκεϊ, ὡς τῶν ἑλκέων θιγγάνειν τὰ φάρμακα.[*] ἄριστον δὲ καὶ χαλκῖτις

p.162
ὀπτὴ ξὺν καδμίῃ λείῃ ξὺν ὄξεϊ· ἔστω δὲ μοίρης διπλάσιον τῆς καδμίης, καὶ Ῥήου Ῥίζα ξύν τινι ὑγρῷ. φυλάσσεσθαι δὲ χρὴ τῶνδε τὰς ἐπιθλίψιας· ὑγραίνει γὰρ τὰ ἕλκεα καὶ ἐπὶ μᾶλλον νέμεται. χρὴ ὦν πτερῷ τὰ ξηρὰ καταπάσσειν· τὰ δὲ ὑγρὰ ὑγρότατα ποιέοντα ἐς τὸν γαργαρεῶνα ἐγχέειν. ἢν δὲ αἱ ἐσχάραι ἤδη τε ἀπολύωνται, τὰ δὲ ἕλκεα ἐρυθρὰ γίγνηται, κίνδυνος τότε μάλιστα σπασμοῦ. ἐπιξηραίνε ται γὰρ ὡς ἐπίπαν τὰ ἕλκεα, καὶ τοῖσι δὲ τὰ νεῦρα ξυντείνετα ι. χρὴ ὦν γάλακτι ξὺν ἀμύλῳ καὶ χυλῷ πτισάνης, τράγου, λίνου σπέρματι, τήλιος μαλθάσσειν καὶ ὑγραίνειν. μετεξετέροισι δὲ καὶ κιονὶς διεβρώθη μέχρις ὀστέου τοῦ τῆς ὑπερώης, καὶ τὰ παρίσθμια ἄχρι βάσιος καὶ ἐπιγλωττίδος, καὶ ἐπὶ τῇ ὠτειλῇ καταπίνειν οὔτε στερεὸν, οὔτε ὑγρὸν ἠδύναντο, ἀλλὰ καὶ τὸ ποτὸν ἀνακοπτόμενον ἀπέπνιγέ κοτε τὸν ἄνθρωπον λιμῷ.

Tokens

Κεφ 1 w 3
θ 1 w 5
Θεραπεία 1 w 15
τῶν 1 w 18
κατὰ 1 w 22
τὴν 1 w 25
Φάρυγγα 1 w 32
λοιμικῶν 1 w 40
παθῶν 1 w 45
πῆ 1 w 48
μὲν 1 w 51
ξυνὴ 1 w 55
καὶ 1 w 58
τῶνδε 1 w 63
πρὸς 1 w 67
τἄλλα 1 w 72
πάθεα 1 w 77
τὰ 2 w 79
ἐν 1 w 81
τοῖσι 1 w 86
παρισθμίοισι 1 w 98
ἰητρειη 1 w 105
πῆ 2 w 108
δὲ 1 w 110
ἰδίη 1 w 114
ἐπὶ 1 w 118
φλεγμασίῃ 1 w 127
καὶ 2 w 130
ἀγχόνῃ 1 w 136
κλυσμοὶ 1 w 144
φλεβοτομίη 1 w 155
τέγξιες 1 w 163
ἐπιπλάσιες 1 w 174
πυρίη 1 w 180
διάδεσμοι 1 w 190
σικύη 1 w 196
πάντα 1 w 202
τωὐτά 1 w 207
χρίσιες 1 w 215
δὲ 2 w 217
φαρμάκων 1 w 225
δυνατωτέρων 1 w 236
οὐ 1 w 239
γὰρ 1 w 242
ἀτρεμέει 1 w 250
τὰ 3 w 252
ἕλκεα 1 w 257
οὐδὲ 1 w 262
ἐσχάραι 1 w 269
γίγνονται 1 w 278
ἐπιπολῆς 1 w 286
ἀλλὰ 1 w 291
κἢν 1 w 294
ἰχὼρ 1 w 298
ἀπὸ 1 w 301
τουτέων 1 w 308
εἴσω 1 w 312
στάξῃ 1 w 317
ὤκιστα 1 w 324
μὲν 2 w 327
ἑλκοῦται 1 w 335
τὰ 4 w 337
μέρη 1 w 341
κἢν 2 w 345
ἀσινέα 1 w 351
1 w 352
ὤκιστα 2 w 359
δὲ 4 w 361
εἰς 1 w 364
τὸ 1 w 366
εἴσω 2 w 370
νέμεται 1 w 377
καὶ 3 w 380
κτείνει 1 w 387
πυρὶ 1 w 392
μὲν 3 w 395
ὦν 1 w 397
καίειν 1 w 403
τὸ 2 w 405
πάθος 1 w 410
ἀρωγὸν 1 w 416
ἀλλʼ 1 w 421
ἀξύνετον 1 w 429
διὰ 1 w 432
τὸν 1 w 435
ἰσθμόν 1 w 441
φαρμάκοισι 1 w 452
δὲ 5 w 454
πυρὶ 2 w 458
ἰκέλοισι 1 w 466
χρέεσθαι 1 w 474
ἔς 1 w 476
τε 2 w 478
τὴν 2 w 481
ἐπίσχεσι 1 w 489
ν 32 w 490
τῆς 1 w 493
νεμήσιος 1 w 501
ἀτὰρ 1 w 506
ἠδὲ 1 w 509
ἐς 1 w 511
τὴν 3 w 514
τῶν 3 w 517
ἐσχαρέων 1 w 525
ἔκπτωσιν 1 w 533
ἔστι 1 w 538
δὲ 7 w 540
στυπτηρίη 1 w 549
ξὺν 1 w 552
μέλιτι 1 w 558
κηκὶς 1 w 564
βαλαύστιον 1 w 575
ξηρὰ 1 w 580
3 w 582
ξὺν 2 w 585
μελικρή 1 w 592
τῳ 1 w 594
τοῖσι 2 w 600
δὲ 8 w 602
αὐτοῖς 1 w 608
καὶ 4 w 611
ἐμφυσῆν 1 w 618
καλάμῳ 1 w 624
4 w 626
πτίλῳ 1 w 631
5 w 633
καυλῷ 1 w 638
παχέϊ 1 w 643
καὶ 5 w 646
ἐπιμήκεϊ 1 w 654
ὡς 1 w 657
τῶν 4 w 660
ἑλκέων 1 w 666
θιγγάνειν 1 w 675
τὰ 6 w 677
φάρμακα 1 w 684
Ermerins 1 w 693
introduces 1 w 703
most 1 w 707
extensive 1 w 716
alterations 1 w 727
in 3 w 729
this 1 w 733
passage 1 w 740
but 1 w 744
I 1 w 745
have 1 w 749
not 1 w 752
ventured 1 w 760
to 1 w 762
adopt 1 w 767
any 1 w 770
of 1 w 772
them 1 w 776
I 2 w 778
have 2 w 782
merely 1 w 788
introduced 1 w 798
6 w 799
after 1 w 804
ξηρὰ 2 w 808
which 1 w 814
the 2 w 817
sense 1 w 822
absolutely 1 w 832
requires 1 w 840
ἄριστον 1 w 848
δὲ 9 w 850
καὶ 6 w 853
χαλκῖτις 1 w 861
ὀπτὴ 1 w 865
ξὺν 3 w 868
καδμίῃ 1 w 874
λείῃ 1 w 878
ξὺν 4 w 881
ὄξεϊ 1 w 885
ἔστω 1 w 890
δὲ 10 w 892
μοίρης 1 w 898
διπλάσιον 1 w 907
τῆς 2 w 910
καδμίης 1 w 917
καὶ 7 w 921
Ῥήου 1 w 925
1 w 926
Ῥίζα 1 w 930
ξύν 2 w 933
τινι 1 w 937
ὑγρῷ 1 w 941
φυλάσσεσθαι 1 w 953
δὲ 11 w 955
χρὴ 1 w 958
τῶνδε 2 w 963
τὰς 1 w 966
ἐπιθλίψιας 1 w 976
ὑγραίνει 1 w 985
γὰρ 2 w 988
τὰ 8 w 990
ἕλκεα 2 w 995
καὶ 8 w 998
ἐπὶ 2 w 1001
μᾶλλον 1 w 1007
νέμεται 2 w 1014
χρὴ 2 w 1018
ὦν 2 w 1020
πτερῷ 1 w 1025
τὰ 9 w 1027
ξηρὰ 3 w 1031
καταπάσσειν 1 w 1042
τὰ 10 w 1045
δὲ 12 w 1047
ὑγρὰ 1 w 1051
ὑγρότατα 1 w 1059
ποιέοντα 1 w 1067
ἐς 2 w 1069
τὸν 2 w 1072
γαργαρεῶνα 1 w 1082
ἐγχέειν 1 w 1089
ἢν 3 w 1092
δὲ 13 w 1094
αἱ 1 w 1096
ἐσχάραι 2 w 1103
ἤδη 1 w 1106
τε 4 w 1108
ἀπολύωνται 1 w 1118
τὰ 11 w 1121
δὲ 14 w 1123
ἕλκεα 3 w 1128
ἐρυθρὰ 1 w 1134
γίγνηται 1 w 1142
κίνδυνος 1 w 1151
τότε 1 w 1155
μάλιστα 1 w 1162
σπασμοῦ 1 w 1169
ἐπιξηραίνε 1 w 1180
ται 7 w 1183
γὰρ 3 w 1186
ὡς 2 w 1188
ἐπίπαν 1 w 1194
τὰ 12 w 1196
ἕλκεα 4 w 1201
καὶ 9 w 1205
τοῖσι 3 w 1210
δὲ 15 w 1212
τὰ 13 w 1214
νεῦρα 1 w 1219
ξυντείνετα 1 w 1229
ι 65 w 1230
χρὴ 3 w 1234
ὦν 3 w 1236
γάλακτι 1 w 1243
ξὺν 5 w 1246
ἀμύλῳ 1 w 1251
καὶ 10 w 1254
χυλῷ 1 w 1258
πτισάνης 1 w 1266
8 w 1268
τράγου 1 w 1274
9 w 1276
λίνου 1 w 1281
σπέρματι 1 w 1289
10 w 1291
τήλιος 1 w 1297
μαλθάσσειν 1 w 1307
καὶ 11 w 1310
ὑγραίνειν 1 w 1319
μετεξετέροισι 1 w 1333
δὲ 16 w 1335
καὶ 12 w 1338
2 w 1339
κιονὶς 1 w 1345
διεβρώθη 1 w 1353
μέχρις 1 w 1359
ὀστέου 1 w 1365
τοῦ 1 w 1368
τῆς 3 w 1371
ὑπερώης 1 w 1378
καὶ 13 w 1382
τὰ 14 w 1384
παρίσθμια 1 w 1393
ἄχρι 1 w 1397
βάσιος 1 w 1403
καὶ 14 w 1406
ἐπιγλωττίδος 1 w 1418
καὶ 15 w 1422
ἐπὶ 3 w 1425
τῇ 1 w 1427
ὠτειλῇ 1 w 1433
καταπίνειν 1 w 1443
οὔτε 1 w 1447
στερεὸν 1 w 1454
οὔτε 2 w 1459
ὑγρὸν 1 w 1464
ἠδύναντο 1 w 1472
ἀλλὰ 2 w 1477
καὶ 16 w 1480
τὸ 5 w 1482
ποτὸν 1 w 1487
ἀνακοπτόμενον 1 w 1500
ἀπέπνιγέ 1 w 1508
κοτε 1 w 1512
τὸν 4 w 1515
ἄνθρωπον 1 w 1523
λιμῷ 1 w 1527

Dictionary Citations

LSJ

ἄδηκτος
II Act., not biting or pungent, Hp. Mul. 1.11, Dsc. 1.30: Comp. -ότερος less stimulating, Aret. CA 1.10.
ἄκερχνος
without hoarseness, Aret. CA 1.10.
ἀκρόπους
extremity of leg, i.e. foot, Ptol. Alm. 7.5, al., Pall. in Hp.Fract. 12.285 C.: pl., PMag.Leid.W. 18.37; trotters, Aret. CA 1.10.
ἀλκήεις
valiant, courageous, h.Hom. 28.3, Pi. O. 9.72, P. 5.71, A.R. 1.71; of patients, Aret. CA 1.10, al.; strong, ὀϊστοί AP 6.277 ( Damag.); πίστις Man. 4.48: Sup., Poet. ap. Parth. 21.3.
ἀμβλύνω
blunt, dull, take the edge off, properly of a sharp instrument, and metaph., make dim, dull, μερίμνας Emp. 2, cf. 110.7; τὸ ψυχρὸν . . τοὺς χυμοὺς ἀ. Arist. Sens. 443b15; ὄμματος αὐγὴν ἀμβλύνας AP 6.67 ( Jul.); τὸ ἄλγος Aret. CA 1.10; ἄκρατον take away strength of wine, Plu. QConv. 2.656a; οὐ γὰρ ἀοιδὰς ἀμβλύνειν αἰὼν . . δύναται AP 7.225; θυμὸν ἀ. Phld. Mus. p.76K.
ἀνύσιμος
efficacious, effectual, πρός τι Pl. Lg. 716d: Comp., εἴς τι οὐδὲν -ώτερον X. Cyr. 1.6.22, cf. Aret. CA 1.10, Jul. Or. 5.178a: Sup. ἀνῠσιμ-ώτατος Pl. l.c., Luc. Cal. 16; λόγος D.Chr. 39.8. Adv. -μως Pl. Tht. 144b, Ps.- Alex.Aphr. in SE 164.33: Sup. -ώτατα Pl. R. 518d.
ἀπαιτέω
c require, νοῦσοι -έουσι σικύην Aret. CA 1.10; περίοδος ἀ. μῆνα τρισκαιδέκατον Plu. Agis 16: abs., ὅταν αἱ χρεῖαι -ῶσιν Ael. Tact. 15.1.
ἀρτίτοκος
new-born, AP 6.154 ( Leon. or Gaet.), Luc. DDeor. 11[7].1, Them. Or. 25.311a; new-laid, ᾠά Aret. CA 1.10: metaph., σελήνη Opp. C. 4.123.
ἀτράχυντος
without asperity, Aret. SD 2.12; ἕλαιον Id. CA 1.10:—also ἄτρᾱχυς, υ, Eust. 340.21.
διαπνέω
2 dissipate by exhalation, Aret. SA 1.7:— Pass., Gal. 15.377 (also intr. in pass. sense, διέπνευσε τὸ ἄλγος Aret. CA 1.10).
ἐνδίδωμι
II lend, afford, ἐνδιδόναι τινὶ χερὸς στηρίγματα lend him a supporting hand, E. IA 617; ἐ. ἀφορμάς give an occasion, Id. Hec. 1239; λαβήν Ar. Eq. 847; πρόφασίν τινι κακῷ γενέσθαι Th. 2.87, cf. D. 18.158; καιρόν Id. 4.18; ἐ. ὑποψίαν ὡς . . give ground for suspicion that . ., Pl. Lg. 887e; ἐλπίδας τινί τινος Plu. Alc. 14:— cause, excite, λὺγξ σπασμὸν ἐνδιδοῦσα Th. 2.49; ποθήν, δίψαν, Aret. SA 2.1, CA 1.10; τάδε τῆς ψυχῆς τοῦ στομάχου -όντος εἶναι δεῖ τὴν πάθην Id. SD 2.6.
ἐνδίδωμι
4 εἴσω ἐνδιδοῖ τὸ ἄλγος penetrates inwardly, Aret. CA 1.10.
ἐπιπετάννυμι
spread over, τὰ ὦτα ἐπὶ τὰς ὠμοπλάτας X. Cyn. 5.10, cf. Aret. CA 1.10:— Pass., τέφρη ἐπεπέπτατο Q.S. 14.25; ἐπίπαγος ἐπιπετάννυται Aret. SD 2.9.
ἵξις
2 κατʼ ἴξιν c. gen., corresponding to, on the same side as, ἤλγησεν κατὰ βουβῶνα, σπληνὸς κατʼ ἴ., i.e. on the spleen or left side of the body, Hp. Epid. 1.4.3 [1.26.γʹ], cf. 4.35, 37, Art. 33, Fract. 16, 18, Mul. 1.17; τῶν ὀδόντων τῶν τε ἄνω καὶ τῶν κάτω κατʼ ἴ. Id. Art. 31; = ex ipsa parte, Cass.Fel. 37; ἐν πυρετοῖσι ἀπὸ σπληνὸς καὶ ἥπατος διὰ ῥινῶν αἱμορραγέουσι, κατʼ ἴ. τοῦ σπλάγχνου τοῦ μυκτῆρος ῥέοντος the nostril corresponding to the organ in question, Aret. SA 2.2; ἡ κατʼ ἴ. κληίς the corresponding (i.e. liver or right side) collarbone, ib. 2.7, cf. CA 1.10; κατὰ τὴν ὄπισθεν ἴ. at the back of the leg, Hp. Art. 60.
κάτοξυς
very sharp, piercing, βοή Ar. V. 471; of disease, acute, Hp. Aph. 1.7 (cf. Gal. 18(2).254), Aret. SA 1.7, CA 1.10; τὸ κ. τῆς ὀρέξεως Hld. 1.26.
κλονέω
drive tumultuously or in confusion, πρὸ ἕθεν κλονέοντα φάλαγγας Il. 5.96; ὥς τʼ ἠὲ βοῶν ἀγέλην ἢ πῶϋ μέγʼ οἰῶν θῆρε δύω κλονέωσι 15.324; of winds, νέφεα κλονέοντε πάροιθεν 23.213, cf. Hes. Op. 553; κλονέων ἄνεμος φλόγα εἰλυφάζει Il. 20.492; ὣς ἔφεπε κλονέων πεδίον 11.496, cf. 526; Ἕκτορα δʼ ἀσπερχὲς κλονέων ἔφεπʼ 22.188; χερὶ κλονέειν τινά, of a pugilist, Pi. I. 8(7).70; εὖτʼ ἐν πεδίῳ κλονέων μαίνοιτʼ Ἀχιλλεύς B. 12.118; dub. sens. in Sapph. Supp. 19.3: generally, harass, agitate, καί νιν οὐ θάλπος θεοῦ . . , οὐδὲ πνευμάτων οὐδὲν κλονεῖ S. Tr. 146; τόνδε . . ἆται κ. Id. OC 1244 (lyr.), cf. Ar. Eq. 361; πάθη κ. τὴν ψυχήν Ph. 1.589; in physical sense, βῆχες κ. τὸν θώρηκα Aret. CA 1.10:— Pass., to be agitated, Hp. ll.cc., Morb. 4.55.
κυρβασία
Persian bonnet or hat, with a peaked crown, prob. much like the τιάρα (q.v.), Hdt. 5.49, 7.64; ὥσπερ βασιλεὺς ὁ μέγας διαβάσκει ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τὴν κ. τῶν ὀρνίθων μόνος ὀρθήν (sc. ὁ ἀλεκτρυών) Ar. Av. 487 (cf. Sch.); a cover for a poultice for a womanʼs breast is compared to it in shape, Hp. Mul. 2.186, cf. Aret. CA 1.10.
μεσηγύ
II meanwhile, Aret. CA 1.10; μεσηγὺ τούτου τοῦ χρόνου Hp. Fract. 8.
νεόχμωσις
2 renovation, δυνάμιος Aret. CA 2.3; renewal, ἐπιπλασμάτων ib. 1.10.
οὐρέω
3 Act., act as diuretic, Id. CA 1.10.
περισφίγγω
bind tightly all round, βοὸς οὐρᾷ τὸν αὐχένα π. D.S. 3.33 ; κύκλος οὐρανοῦ π. πάντα Ph. 1.227 ; χεῖρα σπατάλῃ AP 6.74 ( Agath.) ; δεσμῷ . . Ἅρηα περισφίγξας Ἀφροδίτῃ Nonn. D. 5.585 ; apply closely, of a cupping-instrument, Aret. CA 1.10:— Pass., Hp. Oss. 13, J. AJ 3.7.4 ; τῷ πυφμένι -έσφιγκται σωλήν Str. 16.2.13 : abs., contract, shrink, Hp. VC 15 ; π. τοῖς ἱδρῶσι τοὺς λινοῦς Sor. 1.83.
προευκρινέω
pick out carefully before, Aret. CD 1.5; judge carefully, ἀμφὶ τῆς δυνάμιος Id. CA 1.10; -κρινηθέντος τοῦ τοιούτου this matter having been cleared up first, A.D. Synt. 235.6.
σμηγματώδης
like a σμῆγμα, fatty, Hp. Acut. 53; τροφή Aret. CA 1.10, cf. 2.1; χυλοί Id. CD 1.13.
σμήχω
b purge away, φλέγμα Aret. CA 1.10.
συνδρομή
2 στενὴ πορθμοῦ σ. (cf. foreg.) Lyc. 649; σ. αἵματος εἰς τὸν πληγέντα τόπον a determination of blood, Arist. Pr. 889b30; σ. θερμοῦ Plu. QConv. 2.695a; combination, κέκληται ἡ σ. τούτων καυλός Sor. 1.9; σ. ἀγαθῶν Str. 5.3.7; ἡ σ. τοῦ λόγου its conclusion, moral, AP 9.203 ( Phot. or Leo Phil.); esp. Medic., concurrence of symptoms, ‘clinical picture’, Gal. 11.59, Aret. CA 1.10.
συνεπείγω
help to urge on, ἐπὶ τὸ κάκιον Hp. Epid. 1.8; ἐς τὸν κίνδυνον Aret. CA 1.4: abs., ib. 10, etc.: intr., hasten on, ib. 2.2:— Pass., in same sense, ib. 1.10.
συνῳδός
II according with, in harmony with, c. dat., Hdt. 5.92.γʹ, E. Med. 1008, etc.; ἐμοὶ φρονῶν ξυνῳδά Ar. Av. 635 (lyr.); λόγοι σ. τοῖς ἔργοις Arist. EN 1172b5, cf. 1098b30; σ. εἰσὶν οἱ ἀστέρες τοῖς ἀποτελές μασι PMich. in Class.Phil. 22.16; ὁκόσα πεπέρει ξυνῳδά pepper and cognate substances, Aret. CA 1.10: c. gen., τὴν ὁμοείδειαν σ. τοῦ τόνου A.D. Adv. 165.23: abs., ἴσως ξυνῳδὸς τῷ χρόνῳ γενήσεται Call.Com. 2(a) D.
σχάσις
2 venesection, Aret. CA 1.10 (pl.), 2.3.
ὑπάγω
3 carry off below, ὑ. τὴν κοιλίην purge the bowels, Hp. Morb. 3.17, Aret. CA 1.10; ὑ. τὴν γαστέρα Phryn. 279, Gal. 6.353, al.; v. infr. B.III
ὑπνικός
of or for sleep, producing sleep, Hp. Liqu. 1, Aret. CA 1.10: ὑπνικόν, τό, name of a plant, Zopyr. ap. Orib. 14.50.2:— -ὑπνιακός, in Hsch. s.v. μυστικός.