Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ αἰτίων καὶ σημείων ὀξέων παθών

Περὶ αἰτίων καὶ σημείων ὀξέων παθών (2.12)

urn:cts:greekLit:tlg0719.tlg001.perseus-grc2:2.12
Refs {'start': {'reference': '2.12', 'human_reference': 'Book 2 Chapter 12'}}
Ancestors [{'reference': '2'}]
Children []
prev
plain textXML
next
Κεφ. ιβ. περὶ Σατυριάσεως.

οἱ σάτυροι τοῦ Διονύσου ἱεροὶ ἐν τῇσι γραφῇσι καὶ τοῖσι ἀγάλμασι ὄρθια ἴσχουσι τὰ αἰδοῖα, ξύμβολον τοῦ θείου πρήγματος. ἔστι δὲ καὶ πάθεος ἰδέη, ἀνίσχοντος ὄρθια τοῦ πάσχοντος τὰ αἰδοῖα· ἐπίκλησις σατυρίησις ἐς ὁμοιότητα τοῦ θεοῦ σχήματος.

ὁρμὴ δέ ἐστι ἄσχετος ἐς ὁμιλίην· ἀτὰρ οὐδʼ ἐν τῇσι προσόδοισι οὐδὲν ὠφελέονται· οὐδὲ ἐπὶ πολλῇσι καὶ συνεχέεσι ὁμιλίῃσι πρηο̈́νονται τὸ ὄρθιον. σπασμοὶ δὲ ἁπάντων τῶν νεύρων, καὶ ἔντασις τενόντων, καὶ βουβώνων, καὶ πληχάδος, φλεγμονὴ τῶν αἰδοίων καὶ πόνος, ἐρύθημα προσώπου, καὶ ἰκμὰς νοτίδι ἰκέλη. περιστελλό μενοι, ἡσυχῇ ἐπίλυποι, κατηφέες, ὥσπερ ἀχθόμενοι τῇ ξυμφορῇ· ἢν δὲ ὑπερίσχῃ καὶ τὴν αἰδῶ τοῦ ἀνθρώπου τὸ πάθος, ἀκρατέες μὲν γλώσσης ἐς τὸ ἄκοσμον· ἀκρατέες δὲ ἐς τὸ ἄμφαδον καὶ τῆς τοῦ ἔργου πρήξιος, παράφοροι τὴν γνώμην ἐς τὸ ἄσχημον. κατέχειν γὰρ οὐ δύνανται· διψώδεες, φλέγμα πολλὸν ἐμέουσι· ἔπειτεν τοῖσι χείλεσι ἀφρὸς ἐφιζάνει, ὅκωσπερ τοῖσι ὀργῶσι τῶν τράγων· ἀτὰρ ἠδὲ ὀσμὴ ὁμοίη. οὖρον ἐξ ἐπισχέσιος πολλῆς, λευκὸν, παχὺ, γονοειδές. κοιλίη ἀπολελημμένη, γαργαλισμοὶ αὐτόματοι πλευρέων καὶ μασχαλῶν, σπασμώδεες , ἀπόσιτοι, εἰ δὲ προσφέροιν το, ἁρπάγδην, ταραχώδεες.

ἢν δὲ ἐς ὄλεθρον ἥκῃ τὸ κακὸν, φυσώδεες· κοιλίην ἐπηρμένοι, τενόντων καὶ μυῶν τῶν πάντων ξύντασις, δυσκινησίη, ξυνολκαὶ μελέων, σφυγμοὶ μικροὶ, ἀσθενέες, ἄτακτοι.

ἔλυσέ κοτε τάδε πάντα κοιλίη ἐκταραχθεῖσα πολλοῖσι φλεγματώδεσι, χολώδεσι, ἔμετος ὁμοίως. οὐκ ἄνευθεν κινδύνου ἴησις, ὕπνος βαθὺς καὶ μήκιστος· ψύξις γὰρ καὶ πάρεσις και νάρκη νεύρων, ὕπνος πουλύς. νάρκη δὲ καὶ ψύξις σατυρίησιν ἰῆται.

p.48

γίγνεται δὲ τὸ πάθος ἦρος μάλιστα καὶ θέρεος· ἡλικίῃσι δὲ, μειρακίοισι καὶ νέοισι. μάλιστα δὲ ὁκόσοισι φύσις ἐς ξυνουσίην ἐτοίμη· ὀξύτατον ἠδὲ ἀτερπὲς, ἠδὲ ἄκοσμον κακόν. τὰ πολλὰ γὰρ ἐν ἑβδόμῃ θνήσκουσι. λόγος δὲ ὅτι καὶ γυναῖκες πάσχουσι τοῦτο τὸ πάθος, καὶ τε ἐς τὰ ἀφροδίσια ὁρμὴ ὁμοίη καὶ τὰ λοιπὰ ξύμπαντα τὰ αὐτά· ἐγὼ δὲ μαχλοσύνην μὲν γυναιξὶ ὑγρῇσι πείθομαι γίγνεσθαι, ἐς ἔκχυσιν τοῦ πλήθεος τούτων· σατυρίησιν δὲ ἥκιστα. οὔτε γὰρ φύσις αὐτέων ἑτοίμη· ψυχρὴ γάρ· ἀλλʼ οὐδὲ μόρια ἐς ὀρθίησιν, ὅκωσπερ σάτυρος, ἴσχει γυνὴ, ὥσπερ τὸ πάθος ἐπώνυμον. οὐδὲ γὰρ οὐδὲ πνίγα τὴν ἀπὸ ὑστέρης νοσέουσι ἄνδρες, οὕνεκεν οὐκ ἴσχει ὑστέρην ἀνήρ.

Tokens

Κεφ 1 w 3
ιβ 1 w 6
περὶ 1 w 11
Σατυριάσεως 1 w 22
οἱ 1 w 25
σάτυροι 1 w 32
τοῦ 1 w 35
Διονύσου 1 w 43
ἱεροὶ 1 w 48
ἐν 1 w 50
τῇσι 1 w 54
γραφῇσι 1 w 61
καὶ 1 w 64
τοῖσι 1 w 69
ἀγάλμασι 1 w 77
ὄρθια 1 w 82
ἴσχουσι 1 w 89
τὰ 1 w 91
αἰδοῖα 1 w 97
ξύμβολον 1 w 106
τοῦ 2 w 109
θείου 1 w 114
πρήγματος 1 w 123
ἔστι 1 w 128
δὲ 1 w 130
καὶ 2 w 133
πάθεος 1 w 139
ἰδέη 1 w 143
ἀνίσχοντος 1 w 154
ὄρθια 2 w 159
τοῦ 3 w 162
πάσχοντος 1 w 171
τὰ 2 w 173
αἰδοῖα 2 w 179
ἐπίκλησις 1 w 189
σατυρίησις 1 w 199
ἐς 1 w 201
ὁμοιότητα 1 w 210
τοῦ 4 w 213
θεοῦ 1 w 217
σχήματος 1 w 225
ὁρμὴ 1 w 230
δέ 2 w 232
ἐστι 1 w 236
ἄσχετος 1 w 243
ἐς 2 w 245
ὁμιλίην 1 w 252
ἀτὰρ 1 w 257
οὐδʼ 1 w 261
ἐν 2 w 263
τῇσι 2 w 267
προσόδοισι 1 w 277
οὐδὲν 1 w 282
ὠφελέονται 1 w 292
οὐδὲ 2 w 297
ἐπὶ 1 w 300
πολλῇσι 1 w 307
καὶ 3 w 310
συνεχέεσι 1 w 319
ὁμιλίῃσι 1 w 327
πρηο̈́νονται 1 w 339
τὸ 1 w 341
ὄρθιον 1 w 347
σπασμοὶ 1 w 355
δὲ 4 w 357
ἁπάντων 1 w 364
τῶν 1 w 367
νεύρων 1 w 373
καὶ 4 w 377
ἔντασις 1 w 384
τενόντων 1 w 392
καὶ 5 w 396
βουβώνων 1 w 404
καὶ 6 w 408
πληχάδος 1 w 416
φλεγμονὴ 1 w 425
τῶν 2 w 428
αἰδοίων 1 w 435
καὶ 7 w 438
πόνος 1 w 443
ἐρύθημα 1 w 451
προσώπου 1 w 459
καὶ 8 w 463
ἰκμὰς 1 w 468
νοτίδι 1 w 474
ἰκέλη 1 w 479
περιστελλό 1 w 490
μενοι 1 w 495
ἡσυχῇ 1 w 501
ἐπίλυποι 1 w 509
κατηφέες 1 w 518
ὥσπερ 1 w 524
ἀχθόμενοι 1 w 533
τῇ 3 w 535
ξυμφορῇ 1 w 542
ἢν 1 w 545
δὲ 5 w 547
ὑπερίσχῃ 1 w 555
καὶ 9 w 558
τὴν 1 w 561
αἰδῶ 1 w 565
τοῦ 5 w 568
ἀνθρώπου 1 w 576
τὸ 2 w 578
πάθος 1 w 583
ἀκρατέες 1 w 592
μὲν 1 w 595
γλώσσης 1 w 602
ἐς 3 w 604
τὸ 3 w 606
ἄκοσμον 1 w 613
ἀκρατέες 2 w 622
δὲ 6 w 624
ἐς 4 w 626
τὸ 4 w 628
ἄμφαδον 1 w 635
καὶ 10 w 638
τῆς 1 w 641
τοῦ 6 w 644
ἔργου 1 w 649
πρήξιος 1 w 656
παράφοροι 1 w 666
τὴν 2 w 669
γνώμην 1 w 675
ἐς 5 w 677
τὸ 5 w 679
ἄσχημον 1 w 686
κατέχειν 1 w 695
γὰρ 1 w 698
οὐ 4 w 700
δύνανται 1 w 708
διψώδεες 1 w 717
φλέγμα 1 w 724
πολλὸν 1 w 730
ἐμέουσι 1 w 737
ἔπειτεν 1 w 745
τοῖσι 2 w 750
χείλεσι 1 w 757
ἀφρὸς 1 w 762
ἐφιζάνει 1 w 770
ὅκωσπερ 1 w 778
τοῖσι 3 w 783
ὀργῶσι 1 w 789
τῶν 3 w 792
τράγων 1 w 798
ἀτὰρ 2 w 803
ἠδὲ 1 w 806
ὀσμὴ 1 w 810
ὁμοίη 1 w 815
οὖρον 1 w 821
ἐξ 1 w 823
ἐπισχέσιος 1 w 833
πολλῆς 1 w 839
λευκὸν 1 w 846
παχὺ 1 w 851
γονοειδές 1 w 861
κοιλίη 1 w 868
ἀπολελημμένη 1 w 880
γαργαλισμοὶ 1 w 892
αὐτόματοι 1 w 901
πλευρέων 1 w 909
καὶ 11 w 912
μασχαλῶν 1 w 920
σπασμώδεες 1 w 931
ἀπόσιτοι 1 w 940
εἰ 1 w 943
δὲ 8 w 945
προσφέροιν 1 w 955
το 17 w 957
ἁρπάγδην 1 w 966
ταραχώδεες 1 w 977
ἢν 2 w 980
δὲ 9 w 982
ἐς 6 w 984
ὄλεθρον 1 w 991
ἥκῃ 1 w 994
τὸ 6 w 996
κακὸν 1 w 1001
φυσώδεες 1 w 1010
κοιλίην 1 w 1018
ἐπηρμένοι 1 w 1027
τενόντων 2 w 1036
καὶ 12 w 1039
μυῶν 1 w 1043
τῶν 4 w 1046
πάντων 2 w 1052
ξύντασις 1 w 1060
δυσκινησίη 1 w 1071
ξυνολκαὶ 1 w 1080
μελέων 1 w 1086
σφυγμοὶ 1 w 1094
μικροὶ 1 w 1100
ἀσθενέες 1 w 1109
ἄτακτοι 1 w 1117
ἔλυσέ 1 w 1123
κοτε 1 w 1127
τάδε 1 w 1131
πάντα 1 w 1136
κοιλίη 3 w 1142
ἐκταραχθεῖσα 1 w 1154
πολλοῖσι 1 w 1162
φλεγματώδεσι 1 w 1174
χολώδεσι 1 w 1183
ἔμετος 1 w 1190
ὁμοίως 1 w 1196
οὐκ 1 w 1200
ἄνευθεν 1 w 1207
κινδύνου 1 w 1215
ἴησις 1 w 1220
ὕπνος 1 w 1226
βαθὺς 1 w 1231
καὶ 14 w 1234
μήκιστος 1 w 1242
ψύξις 1 w 1248
γὰρ 2 w 1251
καὶ 15 w 1254
πάρεσις 1 w 1261
και 1 w 1264
νάρκη 1 w 1269
νεύρων 2 w 1275
ὕπνος 2 w 1281
πουλύς 1 w 1287
νάρκη 2 w 1293
δὲ 10 w 1295
καὶ 16 w 1298
ψύξις 2 w 1303
σατυρίησιν 1 w 1313
ἰῆται 1 w 1318
γίγνεται 1 w 1327
δὲ 11 w 1329
τὸ 7 w 1331
πάθος 2 w 1336
ἦρος 1 w 1340
μάλιστα 1 w 1347
καὶ 17 w 1350
θέρεος 1 w 1356
ἡλικίῃσι 1 w 1365
δὲ 12 w 1367
μειρακίοισι 1 w 1379
καὶ 18 w 1382
νέοισι 1 w 1388
μάλιστα 2 w 1396
δὲ 13 w 1398
ὁκόσοισι 1 w 1406
3 w 1407
φύσις 1 w 1412
ἐς 7 w 1414
ξυνουσίην 1 w 1423
ἐτοίμη 1 w 1429
ὀξύτατον 1 w 1438
ἠδὲ 2 w 1441
ἀτερπὲς 1 w 1448
ἠδὲ 3 w 1452
ἄκοσμον 2 w 1459
κακόν 1 w 1464
τὰ 5 w 1467
πολλὰ 1 w 1472
γὰρ 3 w 1475
ἐν 3 w 1477
ἑβδόμῃ 1 w 1483
θνήσκουσι 1 w 1492
λόγος 1 w 1498
δὲ 16 w 1500
ὅτι 1 w 1503
καὶ 19 w 1506
γυναῖκες 1 w 1514
πάσχουσι 1 w 1522
τοῦτο 1 w 1527
τὸ 8 w 1529
πάθος 3 w 1534
καὶ 20 w 1538
2 w 1539
τε 7 w 1541
ἐς 8 w 1543
τὰ 6 w 1545
ἀφροδίσια 1 w 1554
ὁρμὴ 2 w 1558
ὁμοίη 2 w 1563
καὶ 21 w 1566
τὰ 7 w 1568
λοιπὰ 1 w 1573
ξύμπαντα 1 w 1581
τὰ 8 w 1583
αὐτά 1 w 1587
ἐγὼ 1 w 1591
δὲ 17 w 1593
μαχλοσύνην 1 w 1603
μὲν 2 w 1606
γυναιξὶ 1 w 1613
ὑγρῇσι 1 w 1619
πείθομαι 1 w 1627
γίγνεσθαι 1 w 1636
ἐς 9 w 1639
ἔκχυσιν 1 w 1646
τοῦ 8 w 1649
πλήθεος 1 w 1656
τούτων 1 w 1662
σατυρίησιν 2 w 1673
δὲ 18 w 1675
ἥκιστα 1 w 1681
οὔτε 1 w 1686
γὰρ 4 w 1689
4 w 1690
φύσις 2 w 1695
αὐτέων 1 w 1701
ἑτοίμη 1 w 1707
ψυχρὴ 1 w 1713
γάρ 1 w 1716
ἀλλʼ 1 w 1721
οὐδὲ 3 w 1725
μόρια 1 w 1730
ἐς 10 w 1732
ὀρθίησιν 1 w 1740
ὅκωσπερ 2 w 1748
σάτυρος 1 w 1755
ἴσχει 1 w 1761
γυνὴ 1 w 1765
ὥσπερ 2 w 1771
τὸ 9 w 1773
πάθος 4 w 1778
ἐπώνυμον 1 w 1786
οὐδὲ 4 w 1791
γὰρ 5 w 1794
οὐδὲ 5 w 1798
πνίγα 1 w 1803
τὴν 3 w 1806
ἀπὸ 1 w 1809
ὑστέρης 1 w 1816
νοσέουσι 1 w 1824
ἄνδρες 1 w 1830
οὕνεκεν 1 w 1838
οὐκ 2 w 1841
ἴσχει 2 w 1846
ὑστέρην 1 w 1853
ἀνήρ 1 w 1857

Dictionary Citations

LSJ

ἁρπάγδην
hurriedly, violently, A.R. 1.1017; greedily, Opp. H. 3.219, Aret. SA 2.12.
ἄσχετος
not to be checked, ungovernable, πένθος ἄσχετον οὐκ ἐπιεικτόν Il. 16.549; ἀάσχετον ἵκετο πένθος 24.708; μένος ἄσχετοι υἷες Ἀχαιῶν resistless in might, Od. 3.104; μητρός τοι μένος ἐστὶν ἀάσχετον οὐδʼ ἐπιεικτόν Il. 5.892; κάκον ἄ. Alc. 92; ὕβρις Epic. in Arch.Pap. 7.6: in later Prose, ἄ. δίψος Luc. Dips. 9; ἄ. ὁρμή Aret. SA 2.12; of a person, ungovernable, unmanageable, γυνή PMag.Par. 1.2071, cf. PMag.Lond. 121.593. Adv. -τως Pl. Cra. 415d: neut. ἄσχετον, -τα, as Adv., A.R. 4.1738, 1087.
γονοειδής
like seed, Hp. Epid. 2.3.11, Aret. SA 2.12, SD 2.11.
ἐπίλυπος
sad, γένος Ph. 2.29; in low spirits, Aret. SA 2.12, SD 1.6, Ruf. Fr. 70.21. Adv. -πως sadly, ἀπολαύειν Ph. 1.136.
ἐφιζάνω
sit at or in, δείπνῳ, αἰθούσῃσιν, 10.578, v.l. in 20.11; sit upon, ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἐφίζανεν 10.26; νώτοισιν ἐφίζανε Mosch. 2.108: c. acc., θῶκον A.R. 1.667: later also in pres., χείλεσι ἀφρὸς ἐ. Aret. SA 2.12; ἐ. τις ὥρα καὶ ῥυτίδι πρώτῃ Philostr. Im. 2.1, cf. Porph. Antr. 19, abs . . form a deposit, Dsc. 5.75.
ὀρθίασις
a setting upright, erection, Aret. SA 2.12, Sch. E. Ph. 1284.
πρόσοδος
5 sexual intercourse, Hp. Epid. 6.3.14 (pl.), Aret. SA 2.12 (pl.).
σατυρίασις
satyriasis, Aret. SA 2.12, Gal. 19.426.
ὑπερίσχω
2 to be superior, prevail, τῷ ἰσχύειν Thphr. CP 1.15.3: c. gen., prevail over, δίκη δʼ ὑπὲρ ὕβριος ἴσχει Hes. Op. 217: c. acc., ὑ. τὴν αἰδῶ τὸ πάθος Aret. SA 2.12.