Scaife ATLAS

CTS Library / Ολυμπιακός

Ολυμπιακός (6)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg033.perseus-grc2:6
Refs {'start': {'reference': '6', 'human_reference': 'Section 6'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὥστε ἄξιον τὸν μὲν πρὸς ἀλλήλους πόλεμον καταθέσθαι, τῇ δʼ αὐτῇ γνώμῃ χρωμένους τῆς σωτηρίας ἀντέχεσθαι, καὶ περὶ μὲν τῶν παρεληλυθότων αἰσχύνεσθαι, περὶ δὲ τῶν μελλόντων ἔσεσθαι δεδιέναι, καὶ πρὸς τοὺς προγόνους ,[*] οἳ τοὺς μὲν βαρβάρους ἐποίησαν τῆς ἀλλοτρίας ἐπιθυμοῦντας τῆς σφετέρας αὐτῶν στερεῖσθαι, τοὺς δὲ τυράννους ἐξελάσαντες κοινὴν ἅπασι τὴν ἐλευθερίαν κατέστησαν.

Tokens

ὥστε 1 w 4
ἄξιον 1 w 9
τὸν 1 w 12
μὲν 1 w 15
πρὸς 1 w 19
ἀλλήλους 1 w 27
πόλεμον 1 w 34
καταθέσθαι 1 w 44
τῇ 1 w 47
δʼ 1 w 49
αὐτῇ 1 w 53
γνώμῃ 1 w 58
χρωμένους 1 w 67
τῆς 1 w 70
σωτηρίας 1 w 78
ἀντέχεσθαι 1 w 88
καὶ 1 w 92
περὶ 1 w 96
μὲν 2 w 99
τῶν 1 w 102
παρεληλυθότων 1 w 115
αἰσχύνεσθαι 1 w 126
περὶ 2 w 131
δὲ 1 w 133
τῶν 2 w 136
μελλόντων 1 w 145
ἔσεσθαι 1 w 152
δεδιέναι 1 w 160
καὶ 2 w 164
πρὸς 2 w 168
τοὺς 1 w 172
προγόνους 1 w 181
ἁμιλλᾶσθαι 1 w 192
Radermacher 1 w 203
μιμεῖσθαι 1 w 213
MSS 1 w 216
οἳ 1 w 219
τοὺς 2 w 223
μὲν 3 w 226
βαρβάρους 1 w 235
ἐποίησαν 1 w 243
τῆς 2 w 246
ἀλλοτρίας 1 w 255
ἐπιθυμοῦντας 1 w 267
τῆς 3 w 270
σφετέρας 1 w 278
αὐτῶν 1 w 283
στερεῖσθαι 1 w 293
τοὺς 3 w 298
δὲ 2 w 300
τυράννους 1 w 309
ἐξελάσαντες 1 w 320
κοινὴν 1 w 326
ἅπασι 1 w 331
τὴν 1 w 334
ἐλευθερίαν 1 w 344
κατέστησαν 1 w 354

Dictionary Citations

LSJ

αἰσχύνω
2 to be ashamed at a thing, c. acc. rei, αἰσχυνόμενοι φάτιν ἀνδρῶν Od. 21.323; τὴν δυσγένειαν τὴν ἐμὴν αἰ. S. OT 1079 : c. dat. rei, Ar. Nu. 992, Lys. 3.9, D. 4.42, etc.; αἰ. ἐπί τινι X. Mem. 2.2.8; ἔν τινι Th. 2.43; ὑπέρ τινος Lys. 14.39; περί τινος 33.6. etc.
ἀντέχω
2 hold on by, cling to, ἐκείνου τῆς χειρός Hdt. 2.121.εʹ; πέπλων E. Tr. 750, cf. Ion 1404; τῶν θυρῶν Ar. Lys. 161: metaph., ἀ. τῶν ὄχθων cling to the banks, keep close to them, Hdt. 9.56; ἀ. Ἡρακλέος cleave to Hercules, i.e. worship him above all, Pi. N. 1.33; ἀ. τῆς ἀρετῆς, Lat. adhaerere virtuti, Hdt. 1.134; ἀ. τοῦ πολέμου Id. 7.53; τοῦ κέρδους S. Fr. 354; τῆς θαλάσσης Th. 1.13; σωτηρίας Lys. 33.6; τῆς ἀληθείας Pl. Phlb. 58e, cf. R. 600d, al.; τῶν παραδεδομένων μύθων Arist. Po. 1451b24; τῆς ἐλευθερίας Decr. ap. D. 18.185; τῶν δικαίων POxy. 1203.30 (i A. D.).
κατατίθημι
2 put an end to, settle, τὸν πόλεμον Th. 1.121, Lys. 33.6, D. 19.264:— Pass., ξυμφορᾶς μετρίως κατατιθεμένης being arranged on tolerable terms, Th. 4.20.