Scaife ATLAS

CTS Library / Ολυμπιακός

Ολυμπιακός (4)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg033.perseus-grc2:4
Refs {'start': {'reference': '4', 'human_reference': 'Section 4'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

στέργειν ἂν ἦν ἀνάγκη τὴν τύχην· ἐπειδὴ δὲ διὰ στάσιν καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους φιλονικίαν, πῶς οὐκ ἄξιον τῶν μὲν παύσασθαι τὰ δὲ κωλῦσαι, εἰδότας ὅτι φιλονικεῖν μέν ἐστιν εὖ πραττόντων, γνῶναι δὲ τὰ βέλτιστα τῶν οἵων ἡμῶν[*];

Tokens

στέργειν 1 w 8
ἂν 1 w 10
ἦν 1 w 12
ἀνάγκη 1 w 18
τὴν 1 w 21
τύχην 1 w 26
ἐπειδὴ 1 w 33
δὲ 1 w 35
διὰ 1 w 38
στάσιν 1 w 44
καὶ 1 w 47
τὴν 2 w 50
πρὸς 1 w 54
ἀλλήλους 1 w 62
φιλονικίαν 1 w 72
πῶς 1 w 76
οὐκ 1 w 79
ἄξιον 1 w 84
τῶν 1 w 87
μὲν 1 w 90
παύσασθαι 1 w 99
τὰ 1 w 101
δὲ 2 w 103
κωλῦσαι 1 w 110
εἰδότας 1 w 118
ὅτι 1 w 121
φιλονικεῖν 1 w 131
μέν 1 w 134
ἐστιν 1 w 139
εὖ 1 w 141
πραττόντων 1 w 151
γνῶναι 1 w 158
δὲ 3 w 160
τὰ 2 w 162
βέλτιστα 1 w 170
τῶν 2 w 173
οἵων 1 w 177
ἡμῶν 1 w 181
οἵων 2 w 185
ἡμῶν 2 w 189
Thalheim 1 w 197
αὐτῶν 1 w 203
MSS 1 w 206

Dictionary Citations

LSJ

φιλονικέω
to be fond of victory, engage in rivalry, be contentious, mostly in bad sense, φρονήματι φιλονικῶν ἠναντιοῦτο out of contentiousness, party spirit, Th. 5.43 ( -νεικ- codd.), cf. Lys. 22.8 ( -νεικ- codd.); φιλονικοῦντας, ἀλλʼ οὐ ζητοῦντας τὸ προκείμενον Pl. Grg. 457d, cf. R. 499e, Lys. 33.4 ( -νεικ- codd.); οἵτινες . . νενικηκότες ἤδη . . οὕτω φιλονικοῦσιν (v.l. -νεικ-) , ὥστε . . X. HG 6.3.16: of the state, φ. παρὰ τὸ ἐπιεικές Democr. 252; φ. ἄνευ γνώμης Thrasym. 1.—Constr., abs., v. supr.; φ. περὶ παιδικῶν πρὸς ἀλλήλους Lys. 3.40 ( -νεικ- codd.); πρὸς ἀρετήν Pl. Lg. 731a; οὐ πρός γε αὐτὸ τοῦτο ( ὃ add. codd. opt.) φιλονικοῦμεν, ὅπως . . Id. Phlb. 14b; φ. περὶ πάντων, περὶ κάλλους, Isoc. 2.25, 10.48; ἀριστείων πέρι Pl. Lg. 935c, cf. D. 5.25: simply c. acc., φ. τὸ ἐμὲ εἶναι τὸν ἀποκρινόμενον to be eager that I should be the answerer, Pl. Prt. 360e; the acc. is mostly a neut. Adj., τὰ χείρω φ. to be so obstinate as to choose the worst, Th. 5.111 ( -νεικ- codd.); μηδὲν φιλονίκει D. 20.144 ( -νεικ- codd.); φ. ὅπως . . X. Mem. 2.3.17: c. inf., φ. ἐπιδεῖξαι Plu. Pomp. 31; ἐφιλονίκησαν (v.l. -νεικ-) αὐτούς is dub. in Arist. Pol. 1306b1.
φιλονικία
love of victory, rivalry, contentiousness, mostly in bad sense, φ. ἕνεκα τῆς αὐτίκα Th. 1.41, cf. 3.82; φ. ἀνόητος Democr. 237; φ. ἢ φιλοτιμίας ἕνεκα Pl. Lg. 860d, cf. Alc. 1.122c; ἐκ μέθης καὶ φιλονικίας Lys. 3.43; διὰ στάσιν καὶ τὴν πρὸς ἀλλήλους φ. Id. 33.4; εἰς πόλεμον καταστᾶσαι πρὸς ἀλλήλας καὶ φ. Isoc. 12.158; ἡ πρὸς ἀλλήλους ἔρις καὶ φ. D. 9.14, cf. Pl. Ti. 88a; ἀλλά τίς με φ. εἴληφεν πρὸς τὰ εἰρημένα Id. La. 194a; ὑπὸ τῆς πρὸς τἀμὰ ἔργα φ. X. Cyr. 8.7.12; οὐ φιλονικίᾳ γε ἐρωτῶ Pl. Grg. 515b; ἐάν τις φιλονικίᾳ κριθῇ . . δρᾶν, τεθνάτω Id. Lg. 938c; εἰς τοσοῦτον φιλονικίας ἐλθεῖν πρὸς τὴν πόλιν, ὥστε . . Id. Mx. 243b; ἐγένετο φ. ἐν αὐτοῖς τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων Ev.Luc. 22.24: pl., φ. καὶ φιλοτιμίαι Pl. R. 548c, cf. Ti. 90b, D. 18.246; περὶ ὁπόσων ἂν ἐγγένωνται ἀνθρώποις φ. X. Cyr. 2.1.22; αἱ περὶ τὰς χορηγίας φ. Isoc. 7.53; φ. καὶ στάσεις Arist. Pol. 1308a31.