Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Διογείτονος

κατὰ Διογείτονος (25)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg032.perseus-grc2:25
Refs {'start': {'reference': '25', 'human_reference': 'Section 25'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ ἀποπέμψας εἰς τὸν Ἀδρίαν ὁλκάδα δυοῖν ταλάντοιν, ὅτε μὲν ἀπέστελλεν, ἔλεγε πρὸς τὴν μητέρα αὐτῶν ὅτι τῶν παίδων κίνδυνος εἴη, ἐπειδὴ δὲ ἐσώθη καὶ ἐδιπλασίασεν, αὑτοῦ τὴν ἐμπορίαν ἔφασκεν εἶναι. καίτοι εἰ μὲν τὰς ζημίας τούτων ἀποδείξει, τὰ δὲ σωθέντα τῶν χρημάτων αὐτὸς ἕξει, ὅποι μὲν ἀνήλωται τὰ χρήματα, οὐ χαλεπῶς εἰς τὸν λόγον ἐγγράψει, ῥᾳδίως δὲ ἐκ τῶν ἀλλοτρίων αὐτὸς πλουτήσει.

Tokens

καὶ 1 w 3
ἀποπέμψας 1 w 12
εἰς 1 w 15
τὸν 1 w 18
Ἀδρίαν 1 w 24
ὁλκάδα 1 w 30
δυοῖν 1 w 35
ταλάντοιν 1 w 44
ὅτε 1 w 48
μὲν 1 w 51
ἀπέστελλεν 1 w 61
ἔλεγε 1 w 67
πρὸς 1 w 71
τὴν 1 w 74
μητέρα 1 w 80
αὐτῶν 1 w 85
ὅτι 1 w 88
τῶν 2 w 91
παίδων 1 w 97
2 w 98
κίνδυνος 1 w 106
εἴη 1 w 109
ἐπειδὴ 1 w 116
δὲ 1 w 118
ἐσώθη 1 w 123
καὶ 2 w 126
ἐδιπλασίασεν 1 w 138
αὑτοῦ 1 w 144
τὴν 2 w 147
ἐμπορίαν 1 w 155
ἔφασκεν 1 w 162
εἶναι 1 w 167
καίτοι 1 w 174
εἰ 2 w 176
μὲν 2 w 179
τὰς 1 w 182
ζημίας 1 w 188
τούτων 1 w 194
ἀποδείξει 1 w 203
τὰ 2 w 206
δὲ 2 w 208
σωθέντα 1 w 215
τῶν 3 w 218
χρημάτων 1 w 226
αὐτὸς 1 w 231
ἕξει 1 w 235
ὅποι 1 w 240
μὲν 3 w 243
ἀνήλωται 1 w 251
τὰ 3 w 253
χρήματα 1 w 260
οὐ 1 w 263
χαλεπῶς 1 w 270
εἰς 2 w 273
τὸν 2 w 276
λόγον 1 w 281
ἐγγράψει 1 w 289
ῥᾳδίως 1 w 296
δὲ 3 w 298
ἐκ 1 w 300
τῶν 4 w 303
ἀλλοτρίων 1 w 312
αὐτὸς 2 w 317
πλουτήσει 1 w 326

Dictionary Citations

LSJ

διπλασιάζω
II to be twice the size of, τινός D.S. 4.84; to be doubled in value, Lys. 32.25.
ἐμπορία
II merchandise, X. Vect. 3.2, AP 7.500 ( Asclep.); αὑτοῦ τὴν ἐ. ἔφασκεν εἶναι Lys. 32.25; ἐπὶ τῇ ἐμπορίᾳ ἢν ἦγεν ἐν τῇ . . νηΐ Test. ap. D. 35.23.
ὁλκάς
ship which is towed : hence, trading vessel, merchantman, Pi. N. 5.2, Hdt. 3.135, 7.25, 137, Lys. 32.25 ; ἐν ὁλκάσιν ἢ πλοίοις Th. 7.7, cf. X. Ath. 1.20 ; ὁ. σιταγωγοί Th. 6.44 ; οἰναγωγοί Pherecr. 143.5, cf. Cephisod. 10 : metaph., of women, AP 5.160 ; of Europaʼs bull, Nonn. D. 1.66.
πλουτέω
to be rich, wealthy, opp. πένομαι, τάχα σε ζηλώσει ἀεργὸς πλουτεῦντα Hes. Op. 313; πενιχρὸς αἶψα μάλʼ ἐπλούτησε becomes rich, Thgn. 663, cf. Pl. R. 421d, Men. Kol. 42; π. μέγα, μάλιστα, μεγάλως, Hdt. 1.32, 3.57, 6.125; πλούτει κατʼ οἶκον μέγα S. Ant. 1168; ὄναρ πεπλουτηκέναι ‘build castles in the air’, Pl. Ly. 218c, cf. Tht. 208b; μὴ σπεύδετε πλουτεῖν μᾶλλον ἢ χρηστοὶ δοκεῖν εἶναι Isoc. 3.50; ταχέως πλουτῆσαι Lys. 18.18; π. ἀπὸ τῶν κοινῶν to be rich from the public purse, Ar. Pl. 569; π. ἀφʼ ἑαυτῶν Porph. Sent. 40; π. ἐκ τῶν ἀλλοτρίων Lys. 32.25; ὑφʼ ὑμῶν πεπλουτηκότας D. 21.189 ( ἀφʼ Cobet).