Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Διογείτονος

κατὰ Διογείτονος (20)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg032.perseus-grc2:20
Refs {'start': {'reference': '20', 'human_reference': 'Section 20'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὃς ἐτόλμησε τὰ μὲν ἔξαρνος γενέσθαι, τὰ δὲ τελευτῶν ὁμολογήσας ἔχειν,[*] εἰς δύο παῖδας καὶ ἀδελφὴν λῆμμα καὶ ἀνάλωμα ἐν ὀκτὼ ἔτεσιν ἑπτὰ τάλαντα ἀργυρίου καὶ ἑπτακισχιλίας δραχμὰς ἀποδεῖξαι. καὶ εἰς τοῦτο ἦλθεν ἀναισχυντίας, ὥστε οὐκ ἔχων ὅποι τρέψειε τὰ χρήματα, εἰς ὄψον μὲν δυοῖν παιδίοιν καὶ ἀδελφῇ πέντε ὀβολοὺς τῆς ἡμέρας ἐλογίζετο, εἰς ὑποδήματα δὲ καὶ εἰς γναφεῖον ἱμάτια[*] καὶ εἰς κουρέως κατὰ μῆνα οὐκ ἦν αὐτῷ οὐδὲ κατʼ ἐνιαυτὸν γεγραμμένα, συλλήβδην δὲ παντὸς τοῦ χρόνου πλεῖν τάλαντον ἀργυρίου.

Tokens

ὃς 1 w 2
ἐτόλμησε 1 w 10
τὰ 1 w 12
μὲν 1 w 15
ἔξαρνος 1 w 22
γενέσθαι 1 w 30
τὰ 2 w 33
δὲ 1 w 35
τελευτῶν 1 w 43
ὁμολογήσας 1 w 53
ἔχειν 1 w 58
ἕχειν 1 w 64
Reiske 1 w 70
ἑλεῖν 1 w 76
MSS 1 w 79
εἰς 1 w 83
δύο 1 w 86
παῖδας 1 w 92
καὶ 1 w 95
ἀδελφὴν 1 w 102
λῆμμα 1 w 107
καὶ 2 w 110
ἀνάλωμα 1 w 117
ἐν 1 w 119
ὀκτὼ 1 w 123
ἔτεσιν 1 w 129
ἑπτὰ 1 w 133
τάλαντα 1 w 140
ἀργυρίου 1 w 148
καὶ 3 w 151
ἑπτακισχιλίας 1 w 164
δραχμὰς 1 w 171
ἀποδεῖξαι 1 w 180
καὶ 4 w 184
εἰς 2 w 187
τοῦτο 1 w 192
ἦλθεν 1 w 197
ἀναισχυντίας 1 w 209
ὥστε 1 w 214
οὐκ 1 w 217
ἔχων 1 w 221
ὅποι 1 w 225
τρέψειε 1 w 232
τὰ 4 w 234
χρήματα 1 w 241
εἰς 3 w 245
ὄψον 1 w 249
μὲν 2 w 252
δυοῖν 1 w 257
παιδίοιν 1 w 265
καὶ 5 w 268
ἀδελφῇ 1 w 274
πέντε 1 w 279
ὀβολοὺς 1 w 286
τῆς 1 w 289
ἡμέρας 1 w 295
ἐλογίζετο 1 w 304
εἰς 4 w 308
ὑποδήματα 1 w 317
δὲ 2 w 319
καὶ 6 w 322
εἰς 5 w 325
γναφεῖον 1 w 333
ἱμάτια 1 w 339
ἱμάτια 2 w 345
del 1 w 348
Reiske 2 w 355
καὶ 7 w 359
εἰς 6 w 362
κουρέως 1 w 369
κατὰ 1 w 373
μῆνα 1 w 377
οὐκ 2 w 380
ἦν 1 w 382
αὐτῷ 1 w 386
οὐδὲ 1 w 390
κατʼ 1 w 394
ἐνιαυτὸν 1 w 402
γεγραμμένα 1 w 412
συλλήβδην 1 w 422
δὲ 4 w 424
παντὸς 1 w 430
τοῦ 2 w 433
χρόνου 1 w 439
πλεῖν 1 w 444
1 w 445
τάλαντον 1 w 453
ἀργυρίου 2 w 461

Dictionary Citations

LSJ

ἀνάλωμα
expense, cost, A. Supp. 476; opp. λῆμμα, Lys. 32.20, Pl. Lg. 920c: in pl., expenses, Th. 7.28, D. 21.106, etc.; οὐσίαν, ἧς αἱ πρόσοδοι λύουσι τἀναλώματα Diph. 32.5; ἐκ τῶν ἰδίων ἀναλωμάτων καθοπλίζειν at their own private costs, Decr. ap. D. 18.116, cf. IG 7.3073, etc.: metaph., σκαιόν γε τἀνάλωμα τῆς γλώσσης τόδε E. Supp. 547.
κουρεῖον
barberʼs shop, the lounging-place where news and scandal were picked up, καί τοι λόγος γʼ ἦν . . πολὺς ἐπὶ τοῖσι κουρείοισι τῶν καθημένων Ar. Pl. 338, cf. Av. 1441; πόλλʼ ἔμαθον ἐν τοῖσι κ. ἐγὼ ἀτόπως καθίζων κοὐδὲ γιγνώσκειν δοκῶν Eup. 180, cf. Lys. 24.20, D. 25.52, AP 6.307 ( Phan.), Sammelb. 6762.2 (iii B. C.); εἰς κ. ‘to my barberʼs bill’, Lys. 32.20 (v.l.); ἐν κουρείοις ἢ μυροπωλίοις Phld. Ir. p.47 W.
λῆμμα
anything received, opp. δόμα, Antig. ap. Plu. Apophth.reg. 2.182e; λ. καὶ ἀνάλωμα receipt and expense, Lys. 32.20, Pl. Lg. 920c, Anaxandr. 26; ἀνενεγκεῖν ( ἐν- Pap.) ἐν λήμματι place to credit, PEleph. 15.4 (iii B.C.), cf. BGU 1346.2 (i B.C.), etc.: generally, gain, profit, D. 5.12, etc.; λ. τι κέρδους Id. 45.14; esp. of unjust gain, Din. 1.45; παντὸς ἥττων λήμματος unable to resist any temptation of gain, D. 19.339; ὥσπερ ἂν τρυτάνη ἐπὶ τὸ λ. ῥέπειν Id. 18.298; λ. λαβεῖν Id. 21.28, 27.39: freq. in pl., S. Ant. 313, D. 8.25, etc.; τὰ λ. τοῦ ἀργυρίου Id. 49.57; λημμάτων μετέχειν Id. 58.40; τἀπὸ Θρᾴκης λ. ἕλκουσι δεῦρο Antiph. 196.
στρέφω
IX Lys. 32.20.
ὑπόδημα
sole bound under the foot with straps, sandal, ποσὶν . . ὑποδήματα δοῦσα Od. 15.369; ποσὶν . . ὑποδήματα δοίην 18.361, cf. Hdt. 1.195, etc.; ποδὸς ὑ. Pl. Alc. 1.128a, etc.; whereas ὑπόδημα κοῖλον is a shoe or half-boot, which covered the whole foot (v. κοῖλος 1.1); ὑπόδημα is sts. used alone in this sense, cf. Ar. Pl. 983 (and Sch. ad loc.), Arist. Rh. 1392a32; εἰς ὑποδήματα γράφειν put down as paid for shoes, Lys. 32.20 ( Pass.); δεξιὸν εἰς ὑ., ἀριστερὸν εἰς ποδάνιπτρα, of one who is ready for anything, perh. alluding to Theramenes (v. κόθορνος 3), Ar. Fr. 914 (perh. Ar.Byz., cf. Did. and Polem.Hist. ( Fr. 101 M.) ap. Hellad. ap. Phot. Bibl. p.533 B.); similar words are ascribed to Pythag. by Iamb. Protr. 21. ιά (where ὑπόδησις is used); τὸ ὑ. ἔρραψας μὲν σύ, ὑπεδήσατο δὲ Ἀρισταγόρης Hdt. 6.1, cf. Lib. Ep. 52; ὁ σπάρτος, ἐξ οὗ πλέκουσιν ὑποδήματα τοῖς ὑποζυγίοις Gal. 6.502.