Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Διογείτονος

κατὰ Διογείτονος (10)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg032.perseus-grc2:10
Refs {'start': {'reference': '10', 'human_reference': 'Section 10'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ταῦτʼ ἀκούσαντες ἐκπεπληγμένοι καὶ δακρύοντες ὤχοντο πρὸς τὴν μητέρα, καὶ παραλαβόντες ἐκείνην ἧκον πρὸς ἐμέ, οἰκτρῶς ὑπὸ τοῦ πάθους διακείμενοι καὶ ἀθλίως ἐκπεπτωκότες, κλάοντες καὶ παρακαλοῦντες με μὴ περιιδεῖν αὐτοὺς ἀποστερηθέντας τῶν πατρῴων μηδʼ πτωχείαν καταστάντας, ὑβρισμένους ὑφʼ ὦν ἥκιστα ἐχρῆν, ἀλλὰ βοηθῆσαι καὶ τῆς ἀδελφῆς ἕνεκα καὶ σφῶν αὐτῶν.

Tokens

ταῦτʼ 1 w 5
ἀκούσαντες 1 w 15
ἐκπεπληγμένοι 1 w 28
καὶ 1 w 31
δακρύοντες 1 w 41
ὤχοντο 1 w 47
πρὸς 1 w 51
τὴν 1 w 54
μητέρα 1 w 60
καὶ 2 w 64
παραλαβόντες 1 w 76
ἐκείνην 1 w 83
ἧκον 1 w 87
πρὸς 2 w 91
ἐμέ 1 w 94
οἰκτρῶς 1 w 102
ὑπὸ 1 w 105
τοῦ 1 w 108
πάθους 1 w 114
διακείμενοι 1 w 125
καὶ 3 w 128
ἀθλίως 1 w 134
ἐκπεπτωκότες 1 w 146
κλάοντες 1 w 155
καὶ 4 w 158
παρακαλοῦντες 1 w 171
με 2 w 173
μὴ 1 w 175
περιιδεῖν 1 w 184
αὐτοὺς 1 w 190
ἀποστερηθέντας 1 w 204
τῶν 1 w 207
πατρῴων 1 w 214
μηδʼ 1 w 218
πτωχείαν 1 w 226
καταστάντας 1 w 237
ὑβρισμένους 1 w 249
ὑφʼ 1 w 252
ὦν 1 w 254
ἥκιστα 1 w 260
ἐχρῆν 1 w 265
ἀλλὰ 1 w 270
βοηθῆσαι 1 w 278
καὶ 5 w 281
τῆς 1 w 284
ἀδελφῆς 1 w 291
ἕνεκα 1 w 296
καὶ 6 w 299
σφῶν 1 w 303
αὐτῶν 1 w 308

Dictionary Citations

LSJ

οἰκτρός
II wailing piteously, piteous, -οτάτην δʼ ἤκουσα ὄπα Od. 11.421, cf. S. El. 1067 (lyr.) ; οἰκτρᾶς γόον ὄρνιθος, of the nightingale, Id. Aj. 629 (lyr.) : neut. pl. as Adv., οἴκτρʼ ὀλοφυρομένη Od. 4.719, cf. 10.409, al. : regul. Adv. οἰκτρῶς A. Pers. 688, S. El. 102 (anap.), al., And. 4.39, Lys. 32.10 : Comp. -ότερα AP 10.65 ( Pall.): Sup. -ότατα E. Hel. 1209.—Besides οἰκτρότερος, οἰκτρότατος, we find Sup. οἴκτιστος (q. v.) ; οἰκτότερον is f.l. in Hdt. 7.46.
πάθος
b misfortune, calamity, A. Pr. 703, Hdt. 1.91, Lys. 32.10, etc.; οὐλίῳ σὺν πάθει S. Aj. 932 (lyr.); τὰ τῆς Νιόβης π. Pl. R. 380a, etc.; ἀνήκεστον π. ἔρδειν to do an act which is an irreparable mischief to one, Hdt. 1.137; μετὰ τῆς θυγατρὸς τὸ π., i.e. her death, Id. 2.133; π. μέγα πεπονθέναι, of a great defeat, Id. 3.147, cf. 5.87, al.
πτωχεία
beggary, mendicity, ἐς πτωχηΐην ἀπῖκται Hdt. 3.14; εἰς ἐσχάτην π. ἐλθεῖν Pl. Lg. 936b; εἰς π. καταστάντες Lys. 32.10: pl., Pl. R. 618a: prov., πτωχείας πενία ἀδελφή Ar. Pl. 549.