Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἐργοκλέους ἐπίλογος

κατὰ Ἐργοκλέους ἐπίλογος (6)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg028.perseus-grc2:6
Refs {'start': {'reference': '6', 'human_reference': 'Section 6'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἵνα αὐτῶν ἐκκόψῃς ἔφη τὰς συκοφαντίας· ποιήσεις γὰρ αὐτοὺς οὐκ ἐπιβουλεύοντας σοὶ καθῆσθαι καὶ τοῖς σοῖς φίλοις, ἀλλὰ περὶ αὑτῶν δεδιέναι. οὕτως, ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐπειδὴ τάχιστα ἐνεπέπληντο καὶ τῶν[*] ὑμετέρων ἀπέλαυσαν, ἀλλοτρίους τῆς πόλεως αὑτοὺς ἡγήσαντο.

Tokens

ἵνα 1 w 3
αὐτῶν 1 w 8
ἐκκόψῃς 1 w 15
ἔφη 1 w 18
τὰς 1 w 21
συκοφαντίας 1 w 32
ποιήσεις 1 w 41
γὰρ 1 w 44
αὐτοὺς 1 w 50
οὐκ 1 w 53
ἐπιβουλεύοντας 1 w 67
σοὶ 1 w 70
καθῆσθαι 1 w 78
καὶ 1 w 81
τοῖς 1 w 85
σοῖς 1 w 89
φίλοις 1 w 95
ἀλλὰ 1 w 100
περὶ 1 w 104
αὑτῶν 1 w 109
δεδιέναι 1 w 117
οὕτως 1 w 123
1 w 125
ἄνδρες 1 w 131
Ἀθηναῖοι 1 w 139
ἐπειδὴ 1 w 146
τάχιστα 1 w 153
ἐνεπέπληντο 1 w 164
καὶ 2 w 167
τῶν 3 w 170
τῶν 4 w 173
add 1 w 176
Aldus 1 w 182
ὑμετέρων 1 w 191
ἀπέλαυσαν 1 w 200
ἀλλοτρίους 1 w 211
τῆς 1 w 214
πόλεως 1 w 220
αὑτοὺς 1 w 226
ἡγήσαντο 1 w 234

Dictionary Citations

LSJ

ἀλλότριος
1 ἀ. φώς stranger, Od. 18.219, cf. Ar. Ra. 481; almost = enemy, Il. 5.214, Od. 16.102; οὐδέ τις ἀλλοτρίων no stranger, Hdt. 3.155; εἴτε ἀ. εἴτε οἰκεῖος ὁ τεθνεώς Pl. Euthphr. 4b; ἀ. τῆς πόλεως Lys. 28.6; οὐδείς ἐστί μοι ἀ., ἂν ᾖ χρηστός Men. 602; ἀλλοτριώτερος τῶν παίδων less near than thy children, Hdt. 3.119; ἀλλοτριώτερος, opp. οἰκειότερος, Arist. EN 1162a3: c. dat., ἀλλότριοι ὑμῖν ὄντες Isoc. 14.51.
ἐμπίμπλημι
2 eat oneself full, eat oneʼs fill, ἐνιπλησθῆναι ἀνώγει Od. 7.221, cf. Hdt. 8.117, Ar. V. 911, X. Mem. 1.3.6, etc.: metaph., ἐπειδὴ τάχιστα ἐνέπληντο ( ἐνεπέπληντο codd.) Lys. 28.6.
ἐμπίμπλημι
III Pass., aor.1 ἐνεπλήσθην (v. infr.): aor. 2 ἐνεπλήμην Ar. V. 911, 1304, prob. in Lys. 28.6; opt. ἐμπλῄμην (v. infr.): plpf. ἐνεπεπλήμην f.l. in Lys. l.c., late ἐμπέπληστο Max.Tyr. 18.7; ἐνέπλησθεν δέ οἱ . . αἵματος ὀφθαλμοί Il. 16.348; δακρύων τὰ ὄμματα X. Cyr. 5.5.10; ἔμπληντο βροτῶν ἀγοραί Od. 8.16; πόλις δʼ ἔμπλητο ἀλέντων Il. 21.607; ἐνέπλητο πολλῶν κἀγαθῶν Ar. V. 1304; φακῆς ἐμπλήμενος ib. 984, cf. Ec. 56: metaph., υἷος ἐνιπλησθῆναι . . ὀφθαλμοῖσιν to take my fill of my son with my eyes, i.e. to sate myself with looking on him, Od. 11.452; ὀργῆς καὶ μένους ἐμπλήμενος Ar. V. 424; πλεονεξίας ἐμπίμπλασθαι Pl. Criti. 121b.
συκοφαντία
vexatious or dishonest prosecution, chicane, barratry, blackmail, Lys. 4.14, 28.6 (pl.), X. HG 2.3.12, D. 18.249, Charondas ap. D.S. 12.12; σ. τοῖς πράγμασι προσάγειν employ chicane in the case, D. 19.98; τοῖς οἰκείοις σ. δέδωκεν has given them an opportunity for chicane, Id. 23.67, cf. POxy. 472.33 (ii A.D.); contrasted with φήμη, Aeschin. 2.145; [ γραφὴ] συκοφαντίας Arist. Ath. 59.3; συκοφαντίας αὐτοῦ κατέγνωτε Lys. 13.65.