Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἐργοκλέους ἐπίλογος

κατὰ Ἐργοκλέους ἐπίλογος (3)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg028.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἐπὶ τοῖς τοιούτοις ὀργίζεσθαι· καὶ γὰρ δὴ δεινὸν ἂν εἴη, εἰ νῦν μὲν οὕτως αὐτοὶ πιεζόμενοι ταῖς εἰσφοραῖς συγγνώμην τοῖς κλέπτουσι καὶ τοῖς δωροδοκοῦσιν ἔχοιτε, ἐν δὲ τῷ τέως χρόνῳ, καὶ τῶν οἴκων τῶν ὑμετέρων μεγάλων ὄντων καὶ τῶν δημοσίων προσόδων μεγάλων οὐσῶν, θανάτῳ ἐκολάζετε τοὺς τῶν ὑμετέρων ἐπιθυμοῦντας.

Tokens

ἐπὶ 1 w 3
τοῖς 1 w 7
τοιούτοις 1 w 16
ὀργίζεσθαι 1 w 26
καὶ 1 w 30
γὰρ 1 w 33
δὴ 1 w 35
δεινὸν 1 w 41
ἂν 1 w 43
εἴη 1 w 46
εἰ 1 w 49
νῦν 1 w 52
μὲν 1 w 55
οὕτως 1 w 60
αὐτοὶ 1 w 65
πιεζόμενοι 1 w 75
ταῖς 1 w 79
εἰσφοραῖς 1 w 88
συγγνώμην 1 w 97
τοῖς 2 w 101
κλέπτουσι 1 w 110
καὶ 2 w 113
τοῖς 3 w 117
δωροδοκοῦσιν 1 w 129
ἔχοιτε 1 w 135
ἐν 1 w 138
δὲ 1 w 140
τῷ 1 w 142
τέως 1 w 146
χρόνῳ 1 w 151
καὶ 3 w 155
τῶν 1 w 158
οἴκων 1 w 163
τῶν 2 w 166
ὑμετέρων 1 w 174
μεγάλων 1 w 181
ὄντων 1 w 186
καὶ 4 w 189
τῶν 3 w 192
δημοσίων 1 w 200
προσόδων 1 w 208
μεγάλων 2 w 215
οὐσῶν 1 w 220
θανάτῳ 1 w 227
ἐκολάζετε 1 w 236
τοὺς 1 w 240
τῶν 4 w 243
ὑμετέρων 2 w 251
ἐπιθυμοῦντας 1 w 263

Dictionary Citations

LSJ

κολάζω
2 chastise, punish, τινα E. Ba. 1322, Ar. Nu. 7, etc.; τὰ σέμνʼ ἔπη κόλαζʼ ἐκείνους use your proud words in reproving them, S. Aj. 1108: c. dat. modi, λόγοις κ. τινά ib. 1160; θανάτῳ E. Hel. 1172, Lys. 28.3; πληγαῖς, τιμωρίαις, Pl. Lg. 784d, Isoc. 1.50; ἀτιμίαις Pl. Plt. 309a:— Med., get a person punished, Ar. V. 406, Pl. Prt. 324c, v.l. X. Cyr. 1.2.7:— Pass., to be punished, etc., Antipho 3.3.7, X. Cyr. 5.2.1, etc.; of divine retribution, Plu. Vind. 2.566e; suffer injury, Ael. NA 3.24.
πιέζω
II press or weigh down, of a heavy weight, Σικελία αὐτοῦ π. στέρνα Pi. P. 1.19, cf. Ar. Pax 1032 :—and in Pass., ὁ δʼ ὦμος . . πιέζεται Id. Ra. 30, cf. X. Cyr. 7.5.11 : metaph., oppress, distress, π. τινὰ ἡ δαπάνη Hdt. 5.35 ; λιμός A. Ch. 250 ; καὶ πρὸς π. χρημάτων ἀχηνία (Abresch for προσπιέζει) ib. 301 ; συμφορὰ δʼἑτέρους ἑτέρα π. E. Alc. 894 (lyr.); αὐχμὸς π. τὰς ἀμπέλους Ar. Nu. 1120 ; π. ἡ ἀνάγκη ib. 437, cf. Th. 2.52 :—freq. in Pass., ὑπὸ νούσοισι Sol. 13.37 ; ὑπὸ λιμοῦ Th. 1.126 ; πολέμῳ Hdt. 4.11, 6.34 ; τῇ νούσῳ Pherecyd. ap. D.L. 1.122, cf. Th. 7.47 ; ταῖς εἰσφοραῖς Lys. 28.3; ταῖς συμφοραῖς X. Cyr. 7.2.20; σπάνει σίτου Id. HG 5.4.56, etc.: abs., Hdt. 7.121, etc.; of a river, to be exhausted from the heat of the sun, Id. 2.25.