Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Ἐπικράτους καὶ τῶν συμπρεσβευτῶν ἐπίλογος ὡς Θεόδωρος

κατὰ Ἐπικράτους καὶ τῶν συμπρεσβευτῶν ἐπίλογος ὡς Θεόδωρος (3)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg027.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὁπόταν ἐν χρήμασιν καὶ σωθῆναι τῇ πόλει καὶ μή, ταῦτα δὲ οὗτοι, φύλακες ὑφʼ ὑμῶν καταστάντες, οἱ τῶν ἀδικούντων κολασταί, κλέπτωσί τε καὶ καταδωροδοκῶσι; καὶ οὐ νῦν πρῶτον ὤφθησαν ἀδικοῦντες, ἀλλὰ καὶ πρότερον ἤδη δώρων ἐκρίθησαν.

Tokens

ὁπόταν 1 w 6
ἐν 1 w 8
χρήμασιν 1 w 16
1 w 17
καὶ 1 w 20
σωθῆναι 1 w 27
τῇ 1 w 29
πόλει 1 w 34
καὶ 2 w 37
μή 1 w 39
ταῦτα 1 w 45
δὲ 1 w 47
οὗτοι 1 w 52
φύλακες 1 w 60
ὑφʼ 1 w 63
ὑμῶν 1 w 67
καταστάντες 1 w 78
οἱ 1 w 81
τῶν 1 w 84
ἀδικούντων 1 w 94
κολασταί 1 w 102
κλέπτωσί 1 w 111
τε 2 w 113
καὶ 3 w 116
καταδωροδοκῶσι 1 w 130
καὶ 4 w 134
οὐ 1 w 136
νῦν 1 w 139
πρῶτον 1 w 145
ὤφθησαν 1 w 152
ἀδικοῦντες 1 w 162
ἀλλὰ 1 w 167
καὶ 5 w 170
πρότερον 1 w 178
ἤδη 1 w 181
δώρων 1 w 186
ἐκρίθησαν 1 w 195

Dictionary Citations

LSJ

δῶρον
2 δῶρα presents, as retaining fees or bribes, D. 18.109, Jusj.ib. 24.150, Arist. Ath. 55.5, SIG 953.7 ( Calymna), etc. (the usual sense of the word in Att. Oratt.): hence in Att. law, δώρων γραφή an indictment for being bribed, Aeschin. 3.232, etc., cf. Harp.; δώρων κριθῆναι to be tried for taking bribes, Lys. 27.3; δώρων ἑλεῖν τινα to convict him of taking bribes, Ar. Nu. 591; δ. ὀφλεῖν to be found guilty of taking bribes, And. 1.74; δώρων δίωξις Plu. Per. 32.
καταδωροδοκέω
betray in return for bribes, Ar. V. 1036, Lys. 27.3:— Med., Ar. Ra. 361, Arist. Pol. 1271a3.
κολαστής
chastiser, punisher, Ζεύς τοι κ. τῶν ὑπερκόπων ἄγαν φρονημάτων A. Pers. 827, cf. S. OT 1148, E. Heracl. 388, Pl. Lg. 863a, Epicur. Sent. 34, Phld. Mort. 17, etc.; κ. τῶν ἀδικούντων Lys. 27.3, cf. Gorg. Fr. 6; νόμοι κ. Critias 25.6 D.; tormentor, in Hades, Plu. Vind. 2.567d (pl.).
κρίνω
2 bring to trial, accuse, D. 2.29, 18.15, 19.233; κ. θανάτου judge (in matters) of life and death, X. Cyr. 1.2.14; κ. τινὰ προδοσίας Lycurg. 113; περὶ προδοσίας Isoc. 15.129; κ. τινὰ κακώσεως ἐπαρχίας, Lat. repetundarum, Plu. Caes. 4:— Pass., to be brought to trial, Th. 6.29; θανάτου ( δίκῃ add. cod. B) Id. 3.57; Λεωκράτους τοῦ κρινομένου Lycurg. 1; κρίνομαι πρὸς Σωφρόνην; Men. Epit. 529; τρὶς κρίνεται παρʼ ὑμῖν περὶ θανάτου D. 4.47; ἐκρίνετο τὴν περὶ Ὠρωποῦ κρίσιν θανάτου Id. 21.64: c. gen. criminis, κρίνεσθαι δώρων Lys. 27.3: κ. ἐπʼ ἀδικήματι Plu. Apophth. Lac. 2.241e: abs., ὁ κεκριμένος Aeschin. 2.159.