Scaife ATLAS

CTS Library / κατὰ Παγκλέωνος ὅτι οὐκ ἦν Πλαταιεύς

κατὰ Παγκλέωνος ὅτι οὐκ ἦν Πλαταιεύς (6)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg023.perseus-grc2:6
Refs {'start': {'reference': '6', 'human_reference': 'Section 6'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἔπειτα δέ, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀπεκρίνατό μοι ὅτι τὸν Ἱππαρμόδωρον μὲν γιγνώσκοι, ὑὸν δὲ ἐκείνῳ οὐδένα οὔτε Παγκλέωνα οὔτε ἄλλον οὐδένα εἰδείη ὄντα, ἠρώτων δὴ καὶ τῶν ἄλλων ὅσους ᾔδη Πλαταιέας ὄντας. πάντες οὖν ἀγνοοῦντες τὸ ὄνομα αὐτοῦ, ἀκριβέστατα ἂν ἔφασάν με πυθέσθαι ἐλθόντα εἰς τὸν χλωρὸν τυρὸν τῇ ἕνῃ καὶ νέα· ταύτῃ γὰρ τῇ ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς ἑκάστου ἐκεῖσε συλλέγεσθαι τοὺς Πλαταιέας.

Tokens

ἔπειτα 1 w 6
δέ 1 w 8
ἐπειδὴ 1 w 15
ἐκεῖνος 1 w 22
ἀπεκρίνατό 1 w 32
μοι 1 w 35
ὅτι 1 w 38
τὸν 1 w 41
Ἱππαρμόδωρον 1 w 53
μὲν 1 w 56
γιγνώσκοι 1 w 65
ὑὸν 1 w 69
δὲ 1 w 71
ἐκείνῳ 1 w 77
οὐδένα 1 w 83
οὔτε 1 w 87
Παγκλέωνα 1 w 96
οὔτε 2 w 100
ἄλλον 1 w 105
οὐδένα 2 w 111
εἰδείη 1 w 117
ὄντα 1 w 121
ἠρώτων 1 w 128
δὴ 2 w 130
καὶ 1 w 133
τῶν 1 w 136
ἄλλων 1 w 141
ὅσους 1 w 146
ᾔδη 1 w 149
Πλαταιέας 1 w 158
ὄντας 1 w 163
πάντες 1 w 170
οὖν 1 w 173
ἀγνοοῦντες 1 w 183
τὸ 2 w 185
ὄνομα 1 w 190
αὐτοῦ 1 w 195
ἀκριβέστατα 1 w 207
ἂν 1 w 209
ἔφασάν 1 w 215
με 1 w 217
πυθέσθαι 1 w 225
ἐλθόντα 1 w 232
εἰς 1 w 235
τὸν 2 w 238
χλωρὸν 1 w 244
τυρὸν 1 w 249
τῇ 1 w 251
ἕνῃ 1 w 254
καὶ 2 w 257
νέα 1 w 260
ταύτῃ 1 w 266
γὰρ 1 w 269
τῇ 2 w 271
ἡμέρᾳ 1 w 276
τοῦ 2 w 279
μηνὸς 1 w 284
ἑκάστου 1 w 291
ἐκεῖσε 1 w 297
συλλέγεσθαι 1 w 308
τοὺς 1 w 312
Πλαταιέας 2 w 321

Dictionary Citations

LSJ

ἕνος
2 ἕνη καὶ νέα (sc. ἡμέρα) the old and new day, i.e. the last day of the month, IG 1(2).374.276, Ar. Nu. 1134 sq., Lys. 23.6: first used by Solon, acc. to D.L. 1.57; Σκιροφοριῶνος ἕνῃ καὶ νέᾳ IG 2(2).916.10, cf. Decr. ap. D. 18.29; ἕνη alone, Hes. Op. 770. (Cf. Lith. sẽnas ‘old’, Lat. senex, etc.)
τυρός
2 ὁ χλωρὸς τ. the fresh cheese, hence the cheese-market, Lys. 23.6.—Cf. βούτυρον.
χλωρός
III green, i.e. fresh, opp. dry, esp. of wood, ῥόπαλον . . χλωρὸν ἐλαΐνεον of green olive-wood, Od. 9.320, cf. 379; opp. αὖος, Hes. Op. 743; τὰ σφόδρα χ. ἄκαυστα Arist. Mete. 387a22; χ. ξύλα ib. 374a5, al.; of various things, χλωραὶ ἐέρσαι Pi. N. 8.40; τυρὸς χ. fresh cheese, Ar. Ra. 559, Lys. 23.6; of fish, fresh, not salted, Ath. 7.309b; of fruit, fresh picked, IG 2(2).1013.23, Dsc. 1.113.