Scaife ATLAS

CTS Library / ὑπὲρ Πολυστράτου

ὑπὲρ Πολυστράτου (32)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg020.perseus-grc2:32
Refs {'start': {'reference': '32', 'human_reference': 'Section 32'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ μηδαμῶς τοῖς λέγουσι βεβαιώσητε λόγον τὸν[*] πάντων πονηρότατον· λέγεται γὰρ τοὺς κακῶς πεπονθότας μεμνῆσθαι μᾶλλον τοὺς εὖ. τίς γὰρ ἔτι ἐθελήσει χρηστὸς εἶναι, εἰ ἡττηθήσονται τῶν κακῶς ὑμᾶς ποιούντων οἱ εὖ ποιοῦντες; ἔχει δʼ ὑμῖν,

Tokens

καὶ 1 w 3
μηδαμῶς 1 w 10
τοῖς 1 w 14
λέγουσι 1 w 21
βεβαιώσητε 1 w 31
λόγον 1 w 36
τὸν 1 w 39
λόγον 2 w 44
τὸν 2 w 47
Markland 1 w 55
λεγόντων 1 w 64
MSS 1 w 67
πάντων 1 w 74
πονηρότατον 1 w 85
λέγεται 1 w 93
γὰρ 1 w 96
τοὺς 1 w 100
κακῶς 1 w 105
πεπονθότας 1 w 115
μεμνῆσθαι 1 w 124
μᾶλλον 1 w 130
1 w 131
τοὺς 2 w 135
εὖ 1 w 137
τίς 1 w 141
γὰρ 2 w 144
ἔτι 1 w 147
ἐθελήσει 1 w 155
χρηστὸς 1 w 162
εἶναι 1 w 167
εἰ 1 w 170
ἡττηθήσονται 1 w 182
τῶν 1 w 185
κακῶς 2 w 190
ὑμᾶς 1 w 194
ποιούντων 1 w 203
οἱ 1 w 205
εὖ 2 w 207
ποιοῦντες 1 w 216
ἔχει 1 w 221
δʼ 1 w 223
ὑμῖν 1 w 227

Dictionary Citations

LSJ

βεβαιόω
confirm, establish, make good, τοῖς δικασταῖς τὴν δόξαν Pl. Cri. 53b; δωρεὰν Is. 1.18; εἴτε δεξιὰς δοῖεν ἐβεβαίουν X. Cyr. 8.8.2, etc.; ἔργῳ βεβαιούμενα, opp. ἀκοῇ λεγόμενα, Th. 1.23; β. λόγον make good oneʼs word, Lys. 20.32; β. τὴν πρᾶξιν X. An. 7.6.17; treat as valid, τὰς αὑτῶν αἰσθήσεις Metrod. 1, cf. Epicur. Sent. 24; β. τινί τι secure one the possession of a thing, οὐδʼ ἡμῖν αὐτοῖς βεβαιοῦμεν [τὴν ἐλευθερίαν] Th. 1.122; τοῖς θεοῖς βεβαιοῦντες τοὺς νόμους οὒς ἐψηφίσασθε Lys. 6.29, cf. D. 21.30; τὴν ἀρχήν τινι Plu. Sull. 22; τὸν λόγον Ev.Marc. 16.20:— Med., establish for oneself, secure, σφᾶς αὐτούς Th. 1.33; τὴν ἀρχήν, τὴν φιλίαν τινός, Id. 6.10, 78; β. τινάς confirm them in oneʼs interest, ib. 34; βασιλείαν Paus. 3.11.4; τὰ περὶ τῆς βοηθείας Plb. 2.51.5.
ἡσσάομαι
ἡσσάομαι, Att. ἡττ-, S. Fr. 936, Th. 3.57: fut. ἡσσηθήσομαι E. Hipp. 727, 976, ἡττ- Lys. 20.32, X. Cyr. 3.3.42: fut. Med. ἡττήσομαι in pass. sense, Lys. 28.9, X. An. 2.3.23: aor. ἡσσήθην E. Andr. 917, etc.: pf. ἥσσημαι S. Aj. 1242, E. Alc. 697: plpf. ἥττητο D. 19.160: Ion. ἑσσόομαι, part. ἑσσούμενος Hdt. 1.82: impf. ἑσσοῦτο (without augm.) Id. 7.166, 8.75: aor. ἑσσώθην Id. 2.169, etc.: pf. ἕσσωμαι Id. 8.130 (and v.l. in 7.9.β), Herod. 8.19: ( ἥσσων):—