LSJ
πρᾶος, ον, also πρᾱΰς, Ion. πρηΰς, εῖα, ΰ:— πρᾶος supplies sg. in Att., Trag., and Com., exc. that the fem. is always πραεῖα ( πρᾶος as fem. only in Plu. Superst. 2.168d); but sg. πραΰς, Ion. πρηΰς, is used in Ep. and Lyr. (also in X. and usu. in LXX, Plb., etc.):—pl., nom. πρηέες Hp. Epid. 1.10, πρηεῖς AP 5.208 ( Posidipp. or Asclep.), πρᾶοι Pl. R. 562d, etc.; fem. πρηεῖαι AP 6.244 ( Crin.); neut. πραέα X. Oec. 15.4, Eq. 9.10, etc., πρᾶα Arist. HA 488b22, f.l. in Ph. 2.351; gen. πραέων X. An. 1.4.9; dat. πραέσι Pl. Lg. 888a, 930a, fem. πραίαις written for πραείαις IG 7.3101 ( Lebad., iii A.D.); acc. πραεῖς Plb. 18.37.7, πράους Isoc. 3.55: Comp. πραότερος Lys. 20.21, πραΰτερος Epich. 153, Pl. Ti. 85a, etc., Ion. πρηΰτ- Hdt. 2.181: Sup. πραότατος Pl. Phd. 116c, etc., πραΰτατος Syria 5.337 ( Sidon); Ep. and Ion. πρηΰτατος A.R. 2.937, AP 6.349 ( Phld.); πράϋστος MAMA 1.237 ( Phrygia). (The ι subscr. is freq. written in codd., but Πρᾶος is written in IG 2(2).1928.20 (pr. n., iv B.C.), IGRom. 4.504 (Pergam.), cf. Phot., Et.Gud. 478.31; πραύτερος is found once in codd., Pl. Ti. l.c. (proved wrong by πραΰς Com.Adesp. in Gött. Nachr. 1922.31, πραέα (neut. pl.) in PCair.Zen. 33.12 (iii B.C.), πραέως UPZ 144.6 (ii B.C.), and by the absence of iota in Ion. πρηΰς)):—
2
inf., π. ἡμῶν . . ἥσσους εἶναι prejudge us and say we are . . , Th. 3.53; σφῶν αὐτῶν π. ἀδικεῖν Lys. 20.21; π. ἀδικεῖν (without τινος) And. 1.3; also π. ὡς ἀδικῶ Aeschin. 2.7.
advance with an army or fleet, wage war, or rulers, officers, or men, Κροῖσος ἐνένωτο -εύειν ἐπὶ τοὺς Πέρσας Hdt. 1.77; Θηβαῖοι . . ἐστράτευον ἐπὶ τοὺς Πλαταιέας Id. 6.108, cf. 7 (v.l.), Th. 3.7, OGI 327.2 ( Pergam., ii B.C.), etc.; οἱ Ἀθηναῖοι -εύσαντες ἐς Πλάταιαν Th. 2.6; Καρχηδόνιοι -εύσαντες ἐπὶ Σικελίαν X. HG 1.1.37; εἰς Σικελίαν -εύσαντες ib. 1.5.21; ἐστράτευσαν πρὸς Ἄβυδον ib. 1.2.16; σ. ὅποι Κῦρος ἐπαγγέλλοι Id. Cyr. 7.4.9: c. acc. cogn., οἶσθʼ ἣν στρατείαν ἐστράτευσʼ ὀλεθρίαν (sc. ἐγὼ Ἄδραστος) E. Supp. 116; Λακεδαιμόνιοι . . τὸν ἱερὸν καλούμενον πόλεμον ἐστράτευσαν Th. 1.112; metaph., ἑνὸς δʼ ἐπʼ ἀνδρὸς δώματα στρατεύομεν (Iris et Lyssa loq.) E. HF 825 (nisi leg. σῶμα συστρατεύομεν):—so in Med., στρατεύομαι Hdt. 7.61, etc.: fut. -εύσομαι ib. 11, D. 8.23: aor. ἐστρατευσάμην Hdt. 1.204, S. Aj. 1111, Isoc. 5.144, etc.; also ἐστρατεύθην Pi. P. 1.51, Apollod. 1.9.13: pf. ἐστράτευμαι Is. 4.29, etc.; Boeot. 3 pl. pf. Med. ἐστροτεύαθη IG 7.3174.27 (Orchom. Boeot.), al.: εἰ μὴ στρατεύοισθʼ ἐς τὸν Ἑλλήνων τόπον A. Pers. 790; -εύσονται ἐπὶ τὴν ἡμετέρην [Ἀθηναῖοι] Hdt. 7.11; οἱ δὲ -ευόμενοι οἵδε ἦσαν, Πέρσαι μέν . . ib. 61, cf. 64, 66, al.; ἐστρατευμένοι γάρ εἰσι they have been soldiers, have seen war-service, Ar. Ra. 1113, cf. IG 1(2).1.3, 18.9, Lys. 9.4; ψιλὸς αὖ στρατεύσομαι Ar. Th. 232, cf. Eup. 117.8; ὁπλίτης σ. X. Mem. 3.4.1; ἐκ καταλόγου σ. ibid.; ὅταν ἡλικίαν ἐκπέμπωσι προγράφουσιν ἀπὸ τίνος ἄρχοντος καὶ ἐπωνύμου μέχρι τίνων δεῖ στρατεύεσθαι Arist. Ath. 53.7; σφι ἐδόκεε -εύεσθαι ἐπὶ τὰς Θήβας Hdt. 9.86; ἐπὶ τοῦ κρυστάλλου -εύονται . . πέρην ἐς τοὺς Σίνδους Id. 4.28; σ. μετά τινων E. IA 967; ὑπὲρ τῆς πόλεως Pl. R. 429b; τῆς σῆς οὕνεκʼ . . γυναικός S. Aj. 1111; ὑπό τινι Plu. Cam. 2; ἐπʼ Αἴγυπτον Hdt. 3.139; ἐς τὴν Ἀσίην Id. 1.4, cf. And. 3.30, etc.; κατὰ Ἐφεσίων OGI 437.70 ( Pergam., i B.C.); πρὸς τὴν τῶν Ὀλυνθίων πόλιν X. HG 5.3.3; μισθοῦ σ. Id. Cyr. 3.2.7; πανδημεὶ ἔξω σ. Pl. Lg. 814a; opp. ἐπιδημεῖν, Lys. 20.21; opp. δημηγορεῖν, And. 4.22; στρατευσάμενος,= a militiis, IG 14.716 ( Naples): c. acc. cogn., τὰς στρατείας -ευόμενος Is. 10.25.