Scaife ATLAS

CTS Library / ὑπὲρ Πολυστράτου

ὑπὲρ Πολυστράτου (17)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg020.perseus-grc2:17
Refs {'start': {'reference': '17', 'human_reference': 'Section 17'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ᾤχετο ἐκπλέων. ἀλλʼ εἴποι ἄν τις κερδαίνειν ἐπιθυμῶν ἐξέπλευσεν, ὥσπερ ἔνιοι ἥρπαζον καὶ ἔφερον. οὐδεὶς τοίνυν ἂν εἴποι τι ὅπως[*] τῶν ὑμετέρων ἔχει, ἀλλὰ πάντα μᾶλλον κατηγοροῦσιν εἰς τὴν ἀρχήν. καὶ οἱ κατήγοροι τότε μὲν οὐδαμῇ εὖνοι ὄντες ἐφαίνοντο τῷ δήμῳ οὐδὲ ἐβοήθουν· νῦν δὲ ἡνίκα αὐτὸς ἑαυτῷ εὐνούστατός ἐστιν δῆμος, βοηθοῦσι τῷ μὲν ὀνόματι ὑμῖν,

Tokens

ᾤχετο 1 w 5
ἐκπλέων 1 w 12
ἀλλʼ 1 w 17
εἴποι 1 w 22
ἄν 1 w 24
τις 1 w 27
κερδαίνειν 1 w 37
ἐπιθυμῶν 1 w 45
ἐξέπλευσεν 1 w 55
ὥσπερ 1 w 61
ἔνιοι 1 w 66
ἥρπαζον 1 w 73
καὶ 1 w 76
ἔφερον 1 w 82
οὐδεὶς 1 w 89
τοίνυν 1 w 95
ἂν 1 w 97
εἴποι 2 w 102
τι 2 w 104
ὅπως 1 w 108
τι 3 w 110
ὅπως 2 w 114
Scheibe 1 w 121
τις 2 w 125
ὅπως 3 w 129
ὅπως 4 w 134
τι 5 w 136
MSS 1 w 139
τῶν 1 w 143
ὑμετέρων 1 w 151
ἔχει 1 w 155
ἀλλὰ 1 w 160
πάντα 1 w 165
μᾶλλον 1 w 171
κατηγοροῦσιν 1 w 183
1 w 184
εἰς 1 w 187
τὴν 1 w 190
ἀρχήν 1 w 195
καὶ 2 w 199
οἱ 1 w 201
κατήγοροι 1 w 210
τότε 1 w 214
μὲν 1 w 217
οὐδαμῇ 1 w 223
εὖνοι 1 w 228
ὄντες 1 w 233
ἐφαίνοντο 1 w 242
τῷ 1 w 244
δήμῳ 1 w 248
οὐδὲ 1 w 252
ἐβοήθουν 1 w 260
νῦν 1 w 264
δὲ 2 w 266
ἡνίκα 1 w 271
αὐτὸς 1 w 276
ἑαυτῷ 1 w 281
εὐνούστατός 1 w 292
ἐστιν 1 w 297
1 w 298
δῆμος 1 w 303
βοηθοῦσι 1 w 312
τῷ 3 w 314
μὲν 2 w 317
ὀνόματι 1 w 324
ὑμῖν 1 w 328

Dictionary Citations

LSJ

ἁρπάζω
snatch away, carry off, ὅτε σε πρῶτον Λακεδαίμονος ἐξ ἐρατεινῆς ἔπλεον ἁρπάξας Il. 3.444; ὡς δʼ ὅτε τίς τε λέων . . ἀγέλης βοῦν ἁρπάσῃ ib. 17.62; τοὺς δʼ αἶψʼ ἁρπάξασα φέρεν πόντονδε θύελλα Od. 10.48, cf. 5.416; κλέψαι τε χἁρπάσαι βίᾳ S. Ph. 644; ἁ. τοῦ βασιλέος τὴν θυγατέρα Hdt. 1.2; ἁ. [χρυσὸν] ὑπὲκ τῶν γρυπῶν Id. 3.116; ἁ. καὶ φέρειν Lys. 20.17: abs., to be a robber, ὁτιὴ ’πιώρκεις ἡρπακώς Ar. Eq. 428, cf. Pl. 372; ἁρπάζειν βλέπει looks thievish, Men. Epit. 181:— Pass. (or Med.), ἐκ χερῶν ἁρπάζομαι I have her torn from my arms, E. Andr. 661.
φέρω
2 carry away as booty or prize, ἔναρα, τεύχεα, Il. 6.480, 17.70; αἶγα λέοντε φ. 13.199; δεῖπνον φ., of Harpies, A. Eu. 51; ἐνέχυρα βίᾳ φ. Antipho 6.11; in the phrase φέρειν καὶ ἄγειν (cf. ἄγω I.3), IG 1(2).69.19; φέροντα ἢ ἄγοντα Lex ap. D. 23.60; αἴ κα . . ἄγῃ ἢ φέρῃ Leg.Gort. 5.37; ἥρπαζον καὶ ἔφερον Lys. 20.17; κείρων ἢ φέρων IG 12(9).90.10 ( Tamynae, iv B. C.); αἴ τίς κα . . φέρει τι τῶν ἐν τᾷ ἱαρᾷ γᾷ Tab.Heracl. 1.128; of a divorced wife, αἰ δέ τι ἄλλο φέροι τῶ ἀνδρός, πέντε στατῆρανς καταστασεῖ κὤτι κα φέρῃ αὐτόν Leg.Gort. 3.2; φέρειν alone, rob, plunder, θεῶν ἱερά E. Hec. 804; ἀλλήλους Th. 1.7; abs., SIG 38.23 ( Teos, v B. C.):— Pass., φερόμενοι Βακχῶν ὕπο E. Ba. 759:— Med. in same sense, ἔναρα Il. 22.245; πελέκεας οἶκόνδε φ. 23.856; ἀτερπέα δαῖτα Od. 10.124, cf. 15.378.