Scaife ATLAS

CTS Library / ὑπὲρ Πολυστράτου

ὑπὲρ Πολυστράτου (12)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg020.perseus-grc2:12
Refs {'start': {'reference': '12', 'human_reference': 'Section 12'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

καὶ ἐπειδὴ ἀνὴρ ἐγένετο, μὲν ἐγεώργει, δʼ ἐλθὼν εἰς τὸ ἄστυ ἐσυκοφάντει, ὥστε μηδὲν ὁμολογεῖν τῷ τρόπῳ ἀλλήλων. καὶ ὅτʼ ἐξέτινε τῷ δημοσίῳ, οὐκ εἰσήνεγκεν αὐτῷ τὸ ἀργύριον· καίτοι ἐν τοῖς τοιούτοις μάλιστα δηλοῦσιν οἳ ἂν φίλοι ὦσιν. εἰ δʼ ἦν δημότης, οὐ δίκαιος διὰ τοῦτο βλάπτεσθαί ἐστιν πατήρ,

Tokens

καὶ 1 w 3
ἐπειδὴ 1 w 9
ἀνὴρ 1 w 13
ἐγένετο 1 w 20
1 w 22
μὲν 1 w 25
ἐγεώργει 1 w 33
2 w 35
δʼ 1 w 37
ἐλθὼν 1 w 42
εἰς 1 w 45
τὸ 1 w 47
ἄστυ 1 w 51
ἐσυκοφάντει 1 w 62
ὥστε 1 w 67
μηδὲν 1 w 72
ὁμολογεῖν 1 w 81
τῷ 1 w 83
τρόπῳ 1 w 88
ἀλλήλων 1 w 95
καὶ 2 w 99
ὅτʼ 1 w 102
ἐξέτινε 1 w 109
τῷ 2 w 111
δημοσίῳ 1 w 118
οὐκ 1 w 122
εἰσήνεγκεν 1 w 132
αὐτῷ 1 w 136
τὸ 2 w 138
ἀργύριον 1 w 146
καίτοι 1 w 153
ἐν 1 w 155
τοῖς 1 w 159
τοιούτοις 1 w 168
μάλιστα 1 w 175
δηλοῦσιν 1 w 183
οἳ 1 w 185
ἂν 1 w 187
φίλοι 1 w 192
ὦσιν 1 w 196
εἰ 3 w 199
δʼ 2 w 201
ἦν 1 w 203
δημότης 1 w 210
οὐ 2 w 213
δίκαιος 1 w 220
διὰ 1 w 223
τοῦτο 1 w 228
βλάπτεσθαί 1 w 238
ἐστιν 1 w 243
4 w 244
πατήρ 1 w 249

Dictionary Citations

LSJ

δίκαιος
C δίκαιός εἰμι, c. inf., δίκαιοί ἐστε ἰέναι you are bound to come, Hdt. 9.60, cf. 8.137; δ. εἰμεν ἔχειν Id. 9.27; δ. εἰμι κολάζειν I have a right to punish, Ar. Nu. 1434, cf. S. Ant. 400; δ. ἐστι περιπεσεῖν κακοῖς Antipho 3.3.7; δ. εἰσι ἀπιστότατοι εἶναι they have most reason to distrust, Th. 4.17; δ. βλάπτεσθαι Lys. 20.12; δ. ἐστιν ἀπολωλέναι dignus est qui pereat, [he deserves ..] D. 6.37; ὁ σπουδαῖος ἄρχειν δ. has a right to . . , Arist. Pol. 1287b12; with a non-personal subject, ἔλεος δ. ἀντιδίδοσθαι Th. 3.40: less freq. in Comp. and Sup., δικαιότεροι χαρίσασθαι Lys. 20.34; δικαιότατος εἶ ἀπαγγέλλειν Pl. Smp. 172b; but δίκαιόν ἐστι is also found, Hdt. 1.39, A. Pr. 611, etc.: pl., δίκαια γὰρ τόνδʼ εὐτυχεῖν S. Aj. 1126, cf. Tr. 495, 1116; δικαίως ἄν, c. opt., Pl. Phdr. 276a. [ δικαίων with penult. short in Orph. Fr. 247.2; cf. οὐ δίκαον· οὐ δίκαιον, Hsch.]
ὁμολογέω
II correspond, agree with, whether of persons or things, c. dat., [τὸ ἓν] ἑωυτῷ ὁ. Heraclit. 51 ; ὁμολογέουσι ταῦτα τοῖσι Ὀρφικοῖσι Hdt. 2.81 ; αὗται αἱ πόλιες τῇσι πρότερον λεχθείσῃσι ὁμολογέουσι κατὰ γλῶσσαν οὐδέν Id. 1.142, cf. 2.18 ; have to do with, ὁμολογέοντας κατʼ οἰκηϊότητα Περσέϊ οὐδέν Id. 6.54 ; τοῖς λόγοις τοὺς μάρτυρας -οῦντας Antipho 6.31 ; οὐκ ἔφη τοὺς λόγους τοῖς ἔργοις ὁμολογεῖν Th. 5.55 ; ὥστε μηδὲν ὁμολογεῖν τὼ τρόπω τὼ ἀλλήλων are utterly unlike, Lys. 20.12.
πολίτης
2 fellow-citizen (cf. πολιήτης), Sapph. Supp. 1.14, etc.; Κάδμου π. A. Th. 1; Ἀθηναίων π. And. 1.139; ὑμῶν Lys. 20.12; σός Pl. Prt. 339e: and by a Com. metaph., οἴνου π. ὢν κρατίστου Amphis 36.