Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (78)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:78
Refs {'start': {'reference': '78', 'human_reference': 'Section 78'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἀλλʼ ἴσον ἑαυτὸν παρέχει πᾶσιν. εἰ μὲν γὰρ οἷόν τε ἦν τοῖς τοὺς ἐν τῷ πολέμῳ κινδύνους διαφυγοῦσιν ἀθανάτους εἶναι τὸν λοιπὸν χρόνον, ἄξιον τοῖς ζῶσι τὸν ἅπαντα χρόνον πενθεῖν τοὺς τεθνεῶτας· νῦν δὲ τε φύσις καὶ νόσων ἥττων καὶ γήρως, τε δαίμων τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχὼς ἀπαραίτητος.

Tokens

ἀλλʼ 1 w 4
ἴσον 1 w 8
ἑαυτὸν 1 w 14
παρέχει 1 w 21
πᾶσιν 1 w 26
εἰ 1 w 29
μὲν 1 w 32
γὰρ 1 w 35
οἷόν 1 w 39
τε 1 w 41
ἦν 1 w 43
τοῖς 1 w 47
τοὺς 1 w 51
ἐν 1 w 53
τῷ 1 w 55
πολέμῳ 1 w 61
κινδύνους 1 w 70
διαφυγοῦσιν 1 w 81
ἀθανάτους 1 w 90
εἶναι 1 w 95
τὸν 2 w 98
λοιπὸν 1 w 104
χρόνον 1 w 110
ἄξιον 1 w 116
τοῖς 2 w 120
ζῶσι 1 w 124
τὸν 3 w 127
ἅπαντα 1 w 133
χρόνον 2 w 139
πενθεῖν 1 w 146
τοὺς 2 w 150
τεθνεῶτας 1 w 159
νῦν 1 w 163
δὲ 1 w 165
1 w 166
τε 3 w 168
φύσις 1 w 173
καὶ 1 w 176
νόσων 1 w 181
ἥττων 1 w 186
καὶ 2 w 189
γήρως 1 w 194
1 w 196
τε 4 w 198
δαίμων 1 w 204
1 w 205
τὴν 1 w 208
ἡμετέραν 1 w 216
μοῖραν 1 w 222
εἰληχὼς 1 w 229
ἀπαραίτητος 1 w 240

Dictionary Citations

LSJ

ἀπαραίτητος
I not to be moved by prayer, inexorable, δαίμων Lys. 2.78; θεοί, θεαί, Pl. Lg. 907b, IG 12(2).484 (Lesb.); Δίκη D. 25.11; ἀνάγκη Epicur. Ep. 3p.65U.; δικασταί Lycurg. 2; ἀ. εἶναι περί τι Plu. Pyrrh. 16:— τὸ ἀ. τινος πρὸς τοὺς πονηρούς Id. Publ. 3. Adv. -τως implacably, inexorably, Th. 3.84; ἀ. ἔχειν πρός τινα Plb. 21.31.15.
δαίμων
2 the power controlling the destiny of individuals: hence, oneʼs lot or fortune, στυγερὸς δέ οἱ ἔχραε δ. Od. 5.396, cf. 10.64; δαίμονος αἶσα κακή 11.61; δαίμονα δώσω I will deal thee fate, i.e. kill thee, Il. 8.166; freq. in Trag. of good or ill fortune, ὅταν ὁ δ. εὐροῇ A. Pers. 601; δ. ἀσινής Id. Ag. 1342 (lyr.); κοινός Id. Th. 812; γενναῖος πλὴν τοῦ δαίμονος S. OC 76; δαίμονος σκληρότης Antipho 3.3.4; τὸν οἴακα στρέφει δ. ἑκάστῳ Anaxandr. 4.6; personified as the good or evil genius of a family or person, δ. τῷ Πλεισθενιδῶν A. Ag. 1569, cf. S. OT 1194 (lyr.); ὁ ἑκάστου δ. Pl. Phd. 107d, cf. PMag.Lond. 121.505, Iamb. Myst. 9.1; ὁ δ. ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν λελογχώς Lys. 2.78; ἅπαντι δ. ἀνδρι συμπαρίσταται εὐθὺς γενομένῳ μυσταγωγὸς τοῦ βίου Men. 16.2 D.; δ. ἀλάστορες Id. 8D.; ὁ μέγας [τοῦ Καίσαρος] δ. Plu. Caes. 69; ὁ σὸς δ. κακός ibid.; ὁ βασιλέως δ. Id. Art. 15; ἦθος ἀνθρώπῳ δ. Heraclit. 119; Ξενοκράτης φησὶ τὴν ψυχὴν ἑκάστου εἶναι δ. Arist. Top. 112a37.
ἥσσων
II giving way or yielding to a thing, a slave to . . , τοῦ τῆσδʼ ἔρωτος εἰς ἅπανθʼ ἥσσ. S. Tr. 489; τῶν αἰσχρῶν Id. Ant. 747; ὀργῆς Id. Fr. 929; γάμων E. IA 1354; κέρδους Ar. Pl. 363; ἡδονῶν Pl. Prt. 353c; γαστρὸς ἢ οἴνου ἢ ἀφροδισίων ἢ πόνου ἢ ὕπνου X. Mem. 1.5.1; χρημάτων Democr. l.c., Theopomp.Hist. 121: generally, unable to resist, τοῦ πεπρωμένου E. Hel. 1660; νόσων καὶ γήρως Lys. 2.78; οἱ ἥττους τῶν πόνων [ἵπποι] X. Eq.Mag. 1.3, 2.78.
λαγχάνω
I obtain by lot, of spoils, opp. ἐξαιρεῖσθαι, Od. 14.233, cf. Il. 9.367, etc.: generally, obtain as oneʼs portion, τὸ γὰρ λάχομεν γέρας ἡμεῖς 4.49; λαχόντα τε ληΐδος αἶσαν 18.327; πρὸς δαιμόνων ὄλβον Pi. N. 9.45; μέζονας μοίρας λ. Heraclit. 25; μοῖραν ἴσην, ὡς αὐτοί περ ἐλάγχανον Od. 20.282, cf. Hdt. 7.144: with inf. added, ἔλαχον πολιὴν ἅλα ναιέμεν I had the sea for my portion to dwell in, Il. 15.190, cf. Pi. O. 6.34, A. Eu. 931 (anap.); ἔλαχʼ ἄναξ δούλην σʼ ἔχειν E. Tr. 278, cf. 282 (lyr.); of a deity as presiding over oneʼs life, ἐμὲ μὲν Κὴρ . . λάχε γεινόμενόν περ Il. 23.79; τῶ σκληρῶ μάλα δαίμονος ὅς με λελόγχει Theoc. 4.40; δαίμων ὁ τὴν ἡμετέραν μοῖραν εἰληχώς Lys. 2.78; ὦ δαῖμον, ὅς με . . εἴληχας Alciphr. 3.49: also, esp. in pf., to be the tutelary deity of a place, protect it. [ Πὰν] πάντα λόφον . . λέλογχε h.Hom. 19.6; θεοῖσι οἳ Περσίδα γῆν λελόγχασι Hdt. 7.53; παῖ Ῥέας, ἃ πρυτανεῖα λέλογχας Pi. N. 11.1; of Athena, ἣ τὴν ὑμετέραν πόλιν ἔλαχε Pl. Ti. 23d, cf. E. Or. 319 (lyr.), Ph. 1576 (lyr.): metaph., ἀκέρδεια λέλογχεν θαμινὰ κακαγόρος Pi. O. 1.53: freq. of persons who have a post assigned to them by lot, κλήρῳ νῦν πεπάλασθε διαμπερές, ὅς κε λάχῃσι Il. 7.171, cf. 179, 23.354, 862: c. inf., κλήρῳ λάχον ἐνθάδʼ ἕπεσθαι 24.400; so πάλῳ λαχεῖν A. Th. 55, Hdt. 4.94, cf. 3.128; ὡς ἐν πύλαις ἕκαστος εἴληχεν πάλον A. Th. 376: abs., πρὸς Θύμβρης ἔλαχον Δύκιοι had their post assigned near Thymbra, Il. 10.430; ἐπί, ἐν πύλαις λ., A. Th. 423, 451, etc.; λαχών alone, Hdt. 3.128, etc.; λ. τινὰ διδάσκαλον have him assigned to one by lot, Antipho 6.11.