Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (48)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:48
Refs {'start': {'reference': '48', 'human_reference': 'Section 48'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ Ἑλληνικοῦ πολέμου καταστάντος διὰ ζῆλον τῶν γεγενημένων καὶ φθόνον τῶν πεπραγμένων, μέγα μὲν ἅπαντες φρονοῦντες, μικρῶν δʼ ἐγκλημάτων ἕκαστοι δεόμενοι, ναυμαχίας Ἀθηναίοις πρὸς Αἰγινήτας καὶ τοὺς ἐκείνων συμμάχους γενομένης ἑβδομήκοντα τριήρεις αὐτῶν ἐλάμβανον.

Tokens

ὑστέρῳ 1 w 6
δὲ 1 w 8
χρόνῳ 1 w 13
Ἑλληνικοῦ 1 w 22
πολέμου 1 w 29
καταστάντος 1 w 40
διὰ 1 w 43
ζῆλον 1 w 48
τῶν 1 w 51
γεγενημένων 1 w 62
καὶ 1 w 65
φθόνον 1 w 71
τῶν 2 w 74
πεπραγμένων 1 w 85
μέγα 1 w 90
μὲν 1 w 93
ἅπαντες 1 w 100
φρονοῦντες 1 w 110
μικρῶν 1 w 117
δʼ 1 w 119
ἐγκλημάτων 1 w 129
ἕκαστοι 1 w 136
δεόμενοι 1 w 144
ναυμαχίας 1 w 154
Ἀθηναίοις 1 w 163
πρὸς 1 w 167
Αἰγινήτας 1 w 176
καὶ 2 w 179
τοὺς 1 w 183
ἐκείνων 1 w 190
συμμάχους 1 w 199
γενομένης 1 w 208
ἑβδομήκοντα 1 w 219
τριήρεις 1 w 227
αὐτῶν 1 w 232
ἐλάμβανον 1 w 241

Dictionary Citations

LSJ

ζῆλος
jealousy (= φθόνος), Hes. Op. 195, S. OT 1526: coupled with φθόνος by Democr. 191, Lys. 2.48, Pl. Phlb. 47e, 50c, Lg. 679c (pl.); εἰς ζῆλον ἰέναι Id. R. 550e: more usu. in good sense, eager rivalry, emulation, Id. Mx. 242a, Arist. Rh. 1388a30.
φθόνος
ill-will or malice, esp. envy or jealousy of the good fortune of others ( Pl. Def. 416a, Arist. Rh. 1387b22), Pi. O. 8.55, etc.; φθόνῳ through envy, Hdt. 3.30, 9.71; opp. εὔνοια, Pl. Lg. 635b; opp. ἔπαινος, Lys. 24.1; ἴσχει ὄλβος φθόνον incurs envy, Pi. P. 11.29, cf. Isoc. 5.68; φθόνον πρὸς ἀστῶν ἀλφάνουσι E. Med. 297; φθόνῳ χρῆσθαι πρὸς τὰ παιδικά Pl. Phdr. 253b; κρέσσων οἰκτιρμοῦ φθόνος better to be envied than pitied ! Pi. P. 1.85, cf. And. 2.6; πρὸς γὰρ τὸν ἔχονθʼ ὁ φ. ἕρπει S. Aj. 157 (anap.), cf. OT 382; ἐς τἀπίσημα δʼ ὁ φ. πηδᾶν φιλεῖ E. Fr. 294; φ. συνεστιώμενος, of wealth, Secund. Sent. 9; φ. [ἐστὶ] τοῖς ζῶσι πρὸς τὸ ἀντίπαλον Th. 2.45; κατὰ φθόνον A. Eu. 686, Pl. Grg. 457d; σὺν φθόνῳ E. Andr. 780 (lyr.); διὰ φθόνον Ep.Phil. 1.15: c. gen. objecti, envy for, jealousy of, τῶν πεπραγμένων Lys. 2.48; φθόνον δὲ σωμάτων ἕξει θεός i.e. will grudge, deny, A. Pr. 859: c. gen. subj., envy or jealousy felt by another, Pl. Hp.Ma. 282a; also φ. ἐφʼ ἑτέροις Plu. Aud. 2.39e, etc.; εἴς τινα AP 6.257 ( Antiphil.); πρός τινα Luc. Rh.Pr. 22: pl., envyings, jealousies, heartburnings, Isoc. 15.163, Pl. Lg. 679c, 801e, etc.
φρονέω
b μέγα φρονεῖν to be high- minded, have high thoughts, to be high- spirited, Il. 11.296, 13.156; of lions and boars, 16.758, 11.325, cf. X. Cyr. 7.5.62; φρονεῖ γὰρ ὡς γυνὴ μέγα S. OT 1078, cf. Lys. 2.48, Isoc. 4.132; in Att., freq. in bad sense, to be presumptuous, ἐφʼ ἑαυτῷ, ἑαυτοῖς μέγα φ., Th. 6.16, X. HG 7.1.27 (also μεγάλα φ. Ar. Ach. 988; φ. ἐφʼ αὑτῷ τηλικοῦτον ἡλίκον εἰκός . . D. 21.62): with Comp., μεῖζον φ. to have over-high thoughts, X. An. 5.6.8 (but simply, pluck up courage, ἐπὶ τῷ γεγενημένῳ Id. HG 3.5.21); φ. μεῖζον ἢ κατʼ ἄνδρα S. Ant. 768; μεῖζον τοῦ δέοντος Isoc. 7.7, cf. 6.34: rarely in pl., μείζω τῆς δίκης φ. E. Heracl. 933; with Sup., οἱ μέγιστον φρονοῦντες Pl. Phdr. 257e; ἐφʼ ἱππικῇ X. Ages. 2.5; also μάλιστα φ. ἐπί τινι D. 28.2; ἐπὶ τοῖς προγόνοις οὐ μεῖον φ. X. Eq.Mag. 7.3, cf. Ap. 24; take pride in, ἐπὶ παιδεύσει μέγα φρονοῦντες Pl. Prt. 342d; φ. ἐπὶ τῇ ὥρᾳ θαυμάσιον ὅσον Id. Smp. 217a; also φ. εἰς ἡμᾶς μέγα E. Hipp. 6; περὶ τὸ γράφειν λόγους Aeschin. 2.125; μέγα φ. ὅτι . . X. Cyr. 2.3.13; μέγα φ. ὡς εὖ ἐρῶν Pl. Smp. 198d; μέγα φ. μὴ ὑπείξειν haughty in their resolution not to . . , X. HG 5.4.45: later φ. alone, = μέγα φ., φρονήσας ἐφʼ αὑτῷ Paus. 1.12.5; διὰ τὸν πατέρα ἀξιώματι προέχοντα Id. 4.1.2: opp. σμικρὸν φ. to be poor- spirited, S. Aj. 1120; μικρὸν φ. Isoc. 4.151; μικρὸν καὶ ταπεινὸν φ. D. 13.25, etc.; ἧσσον, ἔλασσον φ. τινος, E. Andr. 313, Ph. 1128; φ. ἔλαττον ἢ πρότερον Isoc. 12.47, etc.; οὐ σμικρὸν φ. ἐς τὰς Ἀθήνας E. Heracl. 386: also μετριώτερον πρὸς ἡμᾶς φ. X. Cyr. 4.3.7.