Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (3)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

πρῶτον μὲν οὖν τοὺς παλαιοὺς κινδύνους τῶν προγόνων δίειμι, μνήμην παρὰ τῆς φήμης λαβών· ἄξιον γὰρ πᾶσιν ἀνθρώποις κἀκείνων μεμνῆσθαι, ὑμνοῦντας μὲν ἐν ταῖς ᾠδαῖς, λέγοντας δʼ ἐν ταῖς τῶν ἀγαθῶν γνώμαις, τιμῶντας δʼ ἐν τοῖς καιροῖς τοῖς τοιούτοις, παιδεύοντας δʼ ἐν τοῖς τῶν τεθνεώτων ἔργοις τοὺς ζῶντας.

Tokens

πρῶτον 1 w 6
μὲν 1 w 9
οὖν 1 w 12
τοὺς 1 w 16
παλαιοὺς 1 w 24
κινδύνους 1 w 33
τῶν 1 w 36
προγόνων 1 w 44
δίειμι 1 w 50
μνήμην 1 w 57
παρὰ 1 w 61
τῆς 1 w 64
φήμης 1 w 69
λαβών 1 w 74
ἄξιον 1 w 80
γὰρ 1 w 83
πᾶσιν 1 w 88
ἀνθρώποις 1 w 97
κἀκείνων 1 w 105
μεμνῆσθαι 1 w 114
ὑμνοῦντας 1 w 124
μὲν 2 w 127
ἐν 1 w 129
ταῖς 1 w 133
ᾠδαῖς 1 w 138
λέγοντας 1 w 147
δʼ 1 w 149
ἐν 2 w 151
ταῖς 2 w 155
τῶν 2 w 158
ἀγαθῶν 1 w 164
γνώμαις 1 w 171
τιμῶντας 1 w 180
δʼ 2 w 182
ἐν 3 w 184
τοῖς 1 w 188
καιροῖς 1 w 195
τοῖς 2 w 199
τοιούτοις 1 w 208
παιδεύοντας 1 w 220
δʼ 3 w 222
ἐν 4 w 224
τοῖς 3 w 228
τῶν 3 w 231
τεθνεώτων 1 w 240
ἔργοις 1 w 246
τοὺς 2 w 250
ζῶντας 1 w 256

Dictionary Citations

LSJ

λαμβάνω
b apprehend with the mind, understand, φρενὶ λ. τὸν λόγον Hdt. 9.10; νόῳ Id. 3.41; τῇ διανοίᾳ Pl. Prm. 143a; λ. ἐν ταῖς γνώμαις βεβαίως X. Cyr. 3.3.51; ἐν νῷ Plb. 2.35.6: abs., λ. τὴν ἀλήθειαν Antipho 1.6; μνήμην παρὰ τῆς φήμης λ. Lys. 2.3, cf. Pl. Phdr. 246d, etc.
παιδεύω
II τρέφω or ἐκτρέφω ( Pl. Cri. 54a, al.), train and teach, educate, παῖδας, etc., S. Tr. 451, E. Supp. 917; τοὺς νέους Pl. Ap. 24e, etc.; κάκιστον ἡ εὐπετείη παιδεῦσαι τὴν νεότητα Democr. 178; οἱ πεπαιδευμένοι educated, cultured persons, opp. ἀυαθεῖς, Id. 185; τὴν Ἑλλάδα πεπαίδευκεν . . ὁ ποιητής Pl. R. 606e; also, of animals, train, X. Eq. 10.6 ( Pass.), v. infr.:—Constr.: π. τινά τινι educate in or by . . , παιδείᾳ πεπαιδευμένους Pl. Lg. 741a; μουσικῇ καὶ γυμναστικῇ π. τινάς Id. R. 430a; ἔθεσι τοὺς φύλακας ib. 522a; π. τινὰ ἐν τοῖς ἔργοις Lys. 2.3, etc.; ἐν ἤθεσι, ἐν ἀρετῇ, Isoc. 4.82, 12.138; ἐν μουσικῇ καὶ γυμναστικῇ Pl. Cri. 50e; π. τινὰ εἰς ἀρετήν, εἰς τέχνην τινά, Id. Grg. 519e, X. Mem. 2.1.17 ( Pass.); πεπαιδευμένον πρὸς ἀρετήν, πρὸς τὸ μετρίων δεῖσθαι, Pl. R. 492e, X. Mem. 1.2.1 ( Pass.); πρὸς τὴν πολιτείαν βλέποντας Arist. Pol. 1260b15; ἐπʼ ἀρετήν X. Cyn. 13.3 ( Pass.); περὶ βύρσας Id. Ap. 29, etc.: c. dupl. acc., π. τινά τι teach one a thing, Antipho 3.2.3, Pl. R. 414d; ἀείμνηστον παιδείαν αὐτοὺς ἐπαίδευσε Aeschin. 3.148: c. acc. rei only, teach a thing, Arist. Pol. 1337b23: c. acc. et inf., π. τινὰ κιθαρίζειν Hdt. 1.155: with predicative Adj. or Subst., π. τινὰ κακόν S. OC 919; γυναῖκας σώφρονας π. E. Andr. 601:—in Pass., c. acc. rei, to be taught a thing, παιδεύεσθαι τέχνην Pl. Lg. 695a, al.; ἀκούσματα Men. Kith.Fr. 5: c. acc. cogn. (attracted), ἀπὸ παιδεύσιος τῆς ἐπεπαίδευτο Hdt. 4.78: c. inf., π. ἄρχειν X. Mem. 2.1.3; ὄρνιθες ἐπεπαίδευντό σοι . . ὥστε ὑπηρετεῖν Id. Cyr. 1.6.39 (in later Gr., of things, ἡ ὕλη παιδεύεται φέρεσθαι . . Pall. in Hp. 2.106 D.); ἐν τοῖς ἀναγκαιοτάτοις π. to be educated only in what is indispensable, Th. 1.84: esp. in pf. part. Pass. πεπαιδευμένος, educated, trained, expert, X. Cyr. 5.2.17; opp. ἀπαίδευτος, Pl. Lg. 654d; ἱκανῶς π. ib.b; φαυλοτέρως π. δικασταί ib. 876d; opp. δημιουργός, Id. Amat. 135d; ἰατρὸς ὅ τε δημιουργὸς καὶ ὁ ἀρχιτεκτονικός, καὶ τρίτος ὁ π. περὶ τὴν τέχνην Arist. Pol. 1282a4; π. also, well-bred, Id. EN 1128a21:— Med., to have any one taught, cause him to be educated, E. Fr. 1068; οὓς ἡγεμόνας πόλεως ἐπαιδεύσασθε educated as leaders, Pl. R. 546b: c. acc. cogn., πολλὰ ἃ ἐκεῖνος αὐτὸν ἐπαιδεύσατο Id. Men. 93d:—also in Act. in this sense, ἐν Ἀρίφρονος ἐπαίδευε had him educated in the house of Ariphron, Id. Prt. 320a, cf. Cri. 50e: c. acc. cogn., Id. Men. 93e; of animals, cause to be trained, Nausicr. 2.8 (whereas Med. is sts. used like Act., τροφαὶ αἱ παιδευόμεναι educating nurture, i.e. education, E. IA 561 (lyr.)).
φήμη
II any voice or words, speech, saying, λόγων φ. poet. periphr. for λόγοι, S. Ph. 846 (lyr.); esp. common report, tradition, legend, ἀλλʼ ἔστι φήμη . . A. Supp. 760; πολιαὶ φῆμαι E. El. 701 (lyr.), cf. Pl. Phlb. 16c, Lg. 713c; αἱ ἀρχαῖαι φ. Plb. 12.3.2; μνήμην παρὰ τῆς φήμης λαβών Lys. 2.3.