Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (29)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:29
Refs {'start': {'reference': '29', 'human_reference': 'Section 29'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

πολλὴν ἔσεσθαι· ἀλλʼ ὑπεριδὼν καὶ τὰ φύσει πεφυκότα καὶ τὰ θεῖα πράγματα καὶ τὰς ἀνθρωπίνας διανοίας ὁδὸν μὲν διὰ τῆς θαλάττης ἐποιήσατο, πλοῦν δὲ διὰ τῆς γῆς ἠνάγκασε γενέσθαι, ζεύξας μὲν τὸν Ἑλλήσποντον, διορύξας δὲ τὸν Ἄθω, ὑφισταμένου οὐδενός, ἀλλὰ τῶν μὲν ἀκόντων ὑπακουόντων, τῶν δὲ ἑκόντων προδιδόντων. οἱ μὲν γὰρ οὐχ ἱκανοὶ ἦσαν ἀμύνασθαι, οἱ δʼ ὑπὸ χρημάτων διεφθαρμένοι· ἀμφότερα δʼ ἦν αὐτοὺς τὰ πείθοντα,

Tokens

πολλὴν 1 w 6
ἔσεσθαι 1 w 13
ἀλλʼ 1 w 18
ὑπεριδὼν 1 w 26
καὶ 1 w 29
τὰ 1 w 31
φύσει 1 w 36
πεφυκότα 1 w 44
καὶ 2 w 47
τὰ 2 w 49
θεῖα 1 w 53
πράγματα 1 w 61
καὶ 3 w 64
τὰς 1 w 67
ἀνθρωπίνας 1 w 77
διανοίας 1 w 85
ὁδὸν 1 w 89
μὲν 1 w 92
διὰ 1 w 95
τῆς 1 w 98
θαλάττης 1 w 106
ἐποιήσατο 1 w 115
πλοῦν 1 w 121
δὲ 1 w 123
διὰ 2 w 126
τῆς 2 w 129
γῆς 1 w 132
ἠνάγκασε 1 w 140
γενέσθαι 1 w 148
ζεύξας 1 w 155
μὲν 2 w 158
τὸν 1 w 161
Ἑλλήσποντον 1 w 172
διορύξας 1 w 181
δὲ 2 w 183
τὸν 2 w 186
Ἄθω 1 w 189
ὑφισταμένου 1 w 201
οὐδενός 1 w 208
ἀλλὰ 1 w 213
τῶν 1 w 216
μὲν 3 w 219
ἀκόντων 1 w 226
ὑπακουόντων 1 w 237
τῶν 2 w 241
δὲ 3 w 243
ἑκόντων 1 w 250
προδιδόντων 1 w 261
οἱ 1 w 264
μὲν 4 w 267
γὰρ 1 w 270
οὐχ 1 w 273
ἱκανοὶ 1 w 279
ἦσαν 1 w 283
ἀμύνασθαι 1 w 292
οἱ 2 w 295
δʼ 1 w 297
ὑπὸ 1 w 300
χρημάτων 1 w 308
διεφθαρμένοι 1 w 320
ἀμφότερα 1 w 329
δʼ 2 w 331
ἦν 1 w 333
αὐτοὺς 1 w 339
τὰ 4 w 341
πείθοντα 1 w 349

Dictionary Citations

LSJ

διορύσσω
dig through, διὰ τάφρον ὀρύξας having dug a trench across or along, Od. 21.120; τοῖχον δ., = τοιχωρυχέω, Hdt. 9.37, cf. Ar. Pl. 565, Th. 2.3, D. 54.37; δεσμωτήριον Id. 25.56; οἰκίαν X. Smp. 4.30, PPetr. 3p.60: c. acc. loci, τὸν Ἄθω Lys. 2.29, cf. Pl. Lg. 699a, D. 6.30: — Pass., Ev.Matt. 24.43.
ζεύγνυμι
3 join opposite banks by bridges, ποταμὸν ζεῦξαι Hdt. 1.206; τὸν Ἑλλήσποντον Id. 7.33, Lys. 2.29; μηχαναῖς ἔζευξεν Ἕλλης πορθμόν A. Pers. 722 (troch.):—also in Med., ζεύγνυσθαι τὸν Βόσπορον Hdt. 4.83 (v.l. -νύναι):— Pass., Id. 7.6, 34; διῶρυξ ἐζευγμένη πλοίοις X. An. 1.2.5; but also,
φύω
6 ὡς πέφυκε as is natural, X. Cyn. 6.15, al.; ᾗ πέφυκεν Pl. Ti. 81e; also expressed personally, τοῖς ἁπλῶς, ὡς πεφυκασι, βαδίζουσι D. 45.68: also freq. in part., τὰ φύσει πεφυκότα the order of nature, Lys. 2.29; φύντα, opp. ὁμολογηθέντα, Antipho Soph. 44 A i 32 ( Vorsokr. 5); ἄνθρωπος πεφυκώς man as he is, X. Cyr. 1.1.3. (Cf. Skt. bhū- ‘to be, become’, Lith. búti ‘to be’, Lat. fui, Eng. be, etc.)