Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (27)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:27
Refs {'start': {'reference': '27', 'human_reference': 'Section 27'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

μετὰ ταῦτα δὲ Ξέρξης τῆς Ἀσίας βασιλεύς, καταφρονήσας μὲν τῆς Ἑλλάδος, ἐψευσμένος δὲ τῆς ἐλπίδος, ἀτιμαζόμενος δὲ τῷ γεγενημένῳ, ἀχθόμενος δὲ τῇ συμφορᾷ, ὀργιζόμενος δὲ τοῖς αἰτίοις, ἀπαθὴς δʼ ὢν κακῶν καὶ ἄπειρος ἀνδρῶν ἀγαθῶν, δεκάτῳ ἔτει παρασκευασάμενος διακοσίαις μὲν καὶ χιλίαις ναυσὶν ἀφίκετο, τῆς δὲ πεζῆς στρατιᾶς οὕτως ἄπειρον τὸ πλῆθος ἦγεν, ὥστε καὶ τὰ ἔθνη τὰ μετʼ αὐτοῦ ἀκολουθήσαντα πολὺ

Tokens

μετὰ 1 w 4
ταῦτα 1 w 9
δὲ 1 w 11
Ξέρξης 1 w 17
1 w 18
τῆς 1 w 21
Ἀσίας 1 w 26
βασιλεύς 1 w 34
καταφρονήσας 1 w 47
μὲν 1 w 50
τῆς 2 w 53
Ἑλλάδος 1 w 60
ἐψευσμένος 1 w 71
δὲ 2 w 73
τῆς 3 w 76
ἐλπίδος 1 w 83
ἀτιμαζόμενος 1 w 96
δὲ 3 w 98
τῷ 1 w 100
γεγενημένῳ 1 w 110
ἀχθόμενος 1 w 120
δὲ 4 w 122
τῇ 1 w 124
συμφορᾷ 1 w 131
ὀργιζόμενος 1 w 143
δὲ 5 w 145
τοῖς 1 w 149
αἰτίοις 1 w 156
ἀπαθὴς 1 w 163
δʼ 1 w 165
ὢν 1 w 167
κακῶν 1 w 172
καὶ 1 w 175
ἄπειρος 1 w 182
ἀνδρῶν 1 w 188
ἀγαθῶν 1 w 194
δεκάτῳ 1 w 201
ἔτει 1 w 205
παρασκευασάμενος 1 w 221
διακοσίαις 1 w 231
μὲν 2 w 234
καὶ 2 w 237
χιλίαις 1 w 244
ναυσὶν 1 w 250
ἀφίκετο 1 w 257
τῆς 4 w 261
δὲ 6 w 263
πεζῆς 1 w 268
στρατιᾶς 1 w 276
οὕτως 1 w 281
ἄπειρον 1 w 288
τὸ 1 w 290
πλῆθος 1 w 296
ἦγεν 1 w 300
ὥστε 1 w 305
καὶ 3 w 308
τὰ 2 w 310
ἔθνη 1 w 314
τὰ 3 w 316
μετʼ 1 w 320
αὐτοῦ 1 w 325
ἀκολουθήσαντα 1 w 338
πολὺ 1 w 342

Dictionary Citations

LSJ

ἀκολουθέω
follow one, go after or with him, freq. of soldiers and slaves:—mostly c. dat. pers., Ar. Pl. 19, etc.; ἀ. τῷ ἡγουμένῳ Pl. R. 474c; with Preps., ἀ. μετά τινος Th. 7.57, Pl. La. 187e, Lys. 2.27, etc.; τοῖς σώμασι μετʼ ἐκείνων ἠκολούθουν, ταῖς δʼ εὐνοίαις μεθʼ ὑμῶν ἦσαν Isoc. 14.15; ἀ. σύν τινι X. An. 7.5.3; κατόπιν τινός Ar. Pl. 13: rarely c. acc., Men. 558: abs., Pl. Plt. 277e, Thphr. Char. 18.8, etc.; ἀ. ἐφʼ ἁρπαγήν, of soldiers, Th. 2.98; ἀκολουθῶν, ὁ, as Subst., = ἀκόλουθος I, Men. Adul.Fr. 1.
ἄπειρος
without trial or experience of a thing, unused to, unacquainted with, ἄθλων Thgn. 1013; καλῶν Pi. I. 8(7).70; κακότητος Emp. 112.3; τυράννων Hdt. 5.92.αʹ; τῆς ναυτικῆς Id. 8.1; Περσέων Id. 9.58, cf. 46; πόνων, νόσων, A. Ch. 371, Fr. 350.2; γνώμης S. Ant. 1250; δικῶν Antipho 1.1; πολέμων Th. 1.141; τοῦ μεγέθους τῆς νήσου Id. 6.1; γραμμάτων Pl. Ap. 26d; ἀνδρῶν ἀγαθῶν Lys. 2.27; of a woman, ἄ. ἄλλων ἀνδρῶν not having known other men (beside her husband), Hdt. 2.111; ἄ. λέχους E. Med. 672: abs. in same sense, ib. 1091 (lyr.).
ἀτιμάζω
hold in no honour, esteem lightly, c. acc., once in Il. 9.450 ἀτιμάζεσκε δʼ ἄκοιτιν; freq. in Od., τούσδε γʼ ἀτιμάζει κατὰ δῆμον 6.283; οἶκον ἀτιμάζοντες ἔδουσιν 21.332, cf. 427; ἀ. τοκῆας Thgn. 821: freq. in Trag., A. Th. 1023, Eu. 712, 917, al.; μή μʼ ἀτιμάσας γένῃ Phryn. Trag.20 ( = Id.Com.80), cf. D. 40.26, etc.; ἀ. καὶ κολάζειν, opp. ἐπαινεῖν καὶ τιμᾶν, X. Cyr. 1.6.20; τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν ἀ. Pl. Phd. 107b, al.; bring dishonour upon, τὴν πόλιν And. 4.31: c. acc. cogn., ἔπη ἃ ἀτιμάζεις πόλιν the words thou speakest in dishonour of the city, S. OT 340:— Pass., suffer dishonour, insult, etc., πρός τινος Pi. Fr. 123.5, Hdt. 1.61; τινί S. Aj. 1342; οὐκ ἀτιμασθήσομαι Id. OT 1081, cf. D. 21.74; τῷ γεγενημένῳ put to shame by . . , Lys. 2.27: c. neut. pl., ἀνάξιʼ ἠτιμασμένη E. IA 943.