Scaife ATLAS

CTS Library / Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς

Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς (19)

urn:cts:greekLit:tlg0540.tlg002.perseus-grc2:19
Refs {'start': {'reference': '19', 'human_reference': 'Section 19'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

νόμῳ τοὺς ἀγαθοὺς τιμῶντες καὶ τοὺς κακοὺς κολάζοντες, ἡγησάμενοι θηρίων μὲν ἔργον εἶναι ὑπʼ ἀλλήλων βίᾳ κρατεῖσθαι, ἀνθρώποις δὲ προσήκειν νόμῳ μὲν ὁρίσαι τὸ δίκαιον, λόγῳ δὲ πεῖσαι, ἔργῳ δὲ τούτοις ὑπηρετεῖν, ὑπὸ νόμου μὲν βασιλευομένους, ὑπὸ λόγου δὲ διδασκομένους.

Tokens

νόμῳ 1 w 4
τοὺς 1 w 8
ἀγαθοὺς 1 w 15
τιμῶντες 1 w 23
καὶ 1 w 26
τοὺς 2 w 30
κακοὺς 1 w 36
κολάζοντες 1 w 46
ἡγησάμενοι 1 w 57
θηρίων 1 w 63
μὲν 1 w 66
ἔργον 1 w 71
εἶναι 1 w 76
ὑπʼ 1 w 79
ἀλλήλων 1 w 86
βίᾳ 1 w 89
κρατεῖσθαι 1 w 99
ἀνθρώποις 1 w 109
δὲ 1 w 111
προσήκειν 1 w 120
νόμῳ 2 w 124
μὲν 2 w 127
ὁρίσαι 1 w 133
τὸ 1 w 135
δίκαιον 1 w 142
λόγῳ 1 w 147
δὲ 2 w 149
πεῖσαι 1 w 155
ἔργῳ 1 w 160
δὲ 3 w 162
τούτοις 1 w 169
ὑπηρετεῖν 1 w 178
ὑπὸ 1 w 182
νόμου 1 w 187
μὲν 3 w 190
βασιλευομένους 1 w 204
ὑπὸ 2 w 208
λόγου 1 w 213
δὲ 4 w 215
διδασκομένους 1 w 228

Dictionary Citations

LSJ

βασιλεύω
to be king, rule, reign, οὐ μέν πως πάντες βασιλεύσομεν ἐνθάδʼ Ἀχαιοί Il. 2.203; ἶσον ἐμοὶ βασίλευε 9.616; ἐν ὑμῖν . . βασίλευε was king among you, Od. 2.47; ὄφρʼ Ἰθάκης κατὰ δῆμον . . βασιλεύοι 22.52; also of a woman, ἢ βασίλευεν ὑπὸ Πλάκῳ reigned as queen, Il. 6.425; ἡ δὲ Πύλου βασίλευε Od. 11.285: in aor., to have become king, Hdt. 2.2: c. gen., to be king of, rule over, ἐν . . Ἰθάκῃ βασιλεύσει Ἀχαιῶν Od. 1.401, etc.; βασιλεύοντος βασιλέων Ἀρσάκου PAvrom. 1 A 1: c. dat., to be king among, Γιγάντεσσιν βασίλευεν Od. 7.59; later β. ἐπὶ τὰς δύο βασιλείας LXX 1 Ma. 1.16:— Pass., to be governed by a king, Pl. R. 576d, 576e, al., Arist. Pol. 1284b39, etc.: c.acc. cogn., βασιλείαν πασῶν δικαιοτάτην βασιλεύεσθαι Pl. Lg. 680e: generally, to be governed or administered, Pi. P. 4.106, etc.; ὑπὸ νόμου Lys. 2.19: hence, submit to the king, Plu. Sull. 12.
ὁρίζω
2 determine for oneself, get or have a thing determined, ἃ ὡρίσω σὺ δίκαια D. 19.241, cf. v.l. in Lys. 2.19 : c. acc. et inf., αὐτὸν πολεμεῖν ὁρίζομαι I lay it down that . . , D. 9.19 ; τί ποτʼ ἄρʼ ὡρίσαντο καὶ τίνος γένους εἶναι τὸ φυτόν; Epicr. 11.18.
ὑπηρετέω
2 minister to, serve, τῷ παρόντι δαίμονι S. El. 1306, cf. E. Ph. 1708, Th. 4.108, etc.; ὑ. τῷ χρηστηρίῳ submit to its ruling, Hdt. 8.41, cf. Pl. Lg. 914a; ἔργοις ἀνοσίοις ὑ. S. OC 283; [ νόμῳ, λόγῳ], Lys. 2.19; ὑ. τοῖς τρόποις humour his ways, Ar. Ra. 1432; τῷδʼ ὑ. λόγῳ second, support it, E. Med. 588; ὢν ἄνθρωπος ἀνθρώπου τύχαις ὑπηρετήσω Alex. 150.