Scaife ATLAS

CTS Library / Ἀθηναίων πολιτεία

Ἀθηναίων πολιτεία (13.2)

urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg003.perseus-grc2:13.2
Refs {'start': {'reference': '13.2', 'human_reference': 'Section 13 Subsection 2'}}
Ancestors [{'reference': '13'}]
Children []
prev
plain textXML
next

μετὰ δὲ ταῦτα διὰ τῶν αὐτῶν χρόνων Δαμασίας αἱρεθεὶς ἄρχων ἔτη δύο καὶ δύο μῆνας ἦρξεν, ἕως ἐξηλάθη βίᾳ τῆς ἀρχῆς. εἶτʼ ἔδοξεν αὐτοῖς διὰ τὸ στασιάζειν ἄρχοντας ἑλέσθαι δέκα, πέντε μὲν εὐπατριδῶν, τρεῖς δὲ ἀγροίκων, δύο δὲ δημιουργῶν, καὶ οὗτοι τὸν μετὰ Δαμασίαν ἦρξαν ἐνιαυτόν. καὶ δῆλον ὅτι μεγίστην εἶχεν δύναμιν ἄρχων· φαίνονται γὰρ αἰεὶ στασιάζοντες περὶ ταύτης τῆς ἀρχῆς.

Tokens

μετὰ 1 w 4
δὲ 1 w 6
ταῦτα 1 w 11
διὰ 1 w 14
τῶν 1 w 17
αὐτῶν 1 w 22
χρόνων 1 w 28
Δαμασίας 1 w 36
αἱρεθεὶς 1 w 44
ἄρχων 1 w 49
ἔτη 1 w 52
δύο 1 w 55
καὶ 1 w 58
δύο 2 w 61
μῆνας 1 w 66
ἦρξεν 1 w 71
ἕως 1 w 75
ἐξηλάθη 1 w 82
βίᾳ 1 w 85
τῆς 1 w 88
ἀρχῆς 1 w 93
εἶτʼ 1 w 98
ἔδοξεν 1 w 104
αὐτοῖς 1 w 110
διὰ 2 w 113
τὸ 1 w 115
στασιάζειν 1 w 125
ἄρχοντας 1 w 133
ἑλέσθαι 1 w 140
δέκα 1 w 144
πέντε 1 w 150
μὲν 1 w 153
εὐπατριδῶν 1 w 163
τρεῖς 1 w 169
δὲ 2 w 171
ἀγροίκων 1 w 179
δύο 3 w 183
δὲ 3 w 185
δημιουργῶν 1 w 195
καὶ 2 w 199
οὗτοι 1 w 204
τὸν 1 w 207
μετὰ 2 w 211
Δαμασίαν 1 w 219
ἦρξαν 1 w 224
ἐνιαυτόν 1 w 232
1 w 234
καὶ 3 w 237
δῆλον 1 w 242
ὅτι 1 w 245
μεγίστην 1 w 253
εἶχεν 1 w 258
δύναμιν 1 w 265
1 w 266
ἄρχων 2 w 271
φαίνονται 1 w 281
γὰρ 1 w 284
αἰεὶ 1 w 288
στασιάζοντες 1 w 300
περὶ 1 w 304
ταύτης 1 w 310
τῆς 2 w 313
ἀρχῆς 2 w 318

Dictionary Citations

LSJ

ἄγροικος
dwelling in the fields, ζῷα, opp. ὄρεια, Arist. HA 488b2; esp. of men, countryman, rustic, Ar. Nu. 47; in Attica, οἱ ἄ., = γεωμόροι (q. v.), Arist. Ath. 13.2, D.H. 2.8: mostly with the collat. sense of boorish, rude, Ar. Nu. 628, 646, etc., cf. Thphr. Char. 4; μέλος -ότερον Ar. Ach. 674; ἄ. σοφία Pl. Phdr. 229e, cf. Isoc. 5.82 ( Comp.), Arist. EN 1128a9; of fortune, Apollod.Car. 5.14; ἄ. Δημοσθένης, of Dinarchus, D.H. Din. 8. Adv. -κως Ar. V. 1320: Comp. -οτέρως Pl. R. 361e, X. Mem. 3.13.1; -ότερον Pl. Phdr. 260d.
δημιουργός
one who works for the people, skilled workman, handicraftsman (opp. ἰδιώτης, Pl. Plt. 298c, Prt. 327c, Ion 531c), Od. 17.383, 19.135; ἐχάλκευσεν ξίφος . . ᾍδης δ. ἄγριος S. Aj. 1035; of medical practitioners, Hp. VM 1, Pl. Smp. 186d; but opp. scientific physicians ( ἀρχιτεκτονικοί), Arist. Pol. 1282a3; of sculptors, Pl. R. 529e; of confectioners and cooks, Hdt. 7.31, Men. 518.12 (fem.), Antiph. 225, Alexandr.Com. 3; μέλιτος δ., of the bee, Jul. Or. 8.241a; οἱ δ. the artisan class at Athens, Arist. Ath. 13.2, Plu. Thes. 25; opp. πολιτικοί, Pl. Ap. 23e; δαμιουργοί, = πόρναι, Hsch.
εὐπατρίδης
II Εὐ., οἱ, at Athens, the old aristocracy, opp. ἀγροῖκοι (or γεωμόροι Plu. Thes. 25) and δημιουργοί, Arist. Ath. 13.2, cf. Scol. 14, Isoc. 16.25, X. Smp. 8.40; πένητας Εὐπατρίδας οὐδεὶς ὁρᾷ Alex. 90.3; but τὰ τῶν Εὐ. πάτρια sacred traditions of the Eup., Ath. 9.410a and ἐξηγητὴς ἐξ Εὐ. IG 3.267, 1335, refer to a particular family of that name.