Scaife ATLAS

CTS Library / Ἔκταξις κατὰ Ἀλανῶν

Ἔκταξις κατὰ Ἀλανῶν (20)

urn:cts:greekLit:tlg0074.tlg006.perseus-grc2:20
Refs {'start': {'reference': '20', 'human_reference': 'Section 20'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

τὸ δὲ ἱππικὸν σύμπαν κατὰ ἴλας καὶ λόχους ὀκτὼ συντεταγμένον ἐφεστάτω τοῖς πεζοῖς, τὸ μὲν τοῖς κέρασιν ἑκατέροις προβολὴν ἔχον τοὺς ὁπλίτας πρὸ σφῶν καὶ τοὺς τοξότας, λόχοι δύο·

105
τὸ δὲ τῇ μέσῃ φάλαγγι, λόχοι ἕξ μημιον.

Tokens

τὸ 1 w 2
δὲ 1 w 4
ἱππικὸν 1 w 11
σύμπαν 1 w 17
κατὰ 1 w 21
ἴλας 1 w 25
καὶ 1 w 28
λόχους 1 w 34
ὀκτὼ 1 w 38
συντεταγμένον 1 w 51
ἐφεστάτω 1 w 59
τοῖς 1 w 63
πεζοῖς 1 w 69
τὸ 2 w 72
μὲν 1 w 75
τοῖς 2 w 79
κέρασιν 1 w 86
ἑκατέροις 1 w 95
προβολὴν 1 w 103
ἔχον 1 w 107
τοὺς 1 w 111
ὁπλίτας 1 w 118
πρὸ 1 w 121
σφῶν 1 w 125
καὶ 2 w 128
τοὺς 2 w 132
τοξότας 1 w 139
λόχοι 1 w 145
δύο 1 w 148
τὸ 3 w 151
δὲ 2 w 153
τῇ 1 w 155
μέσῃ 1 w 159
φάλαγγι 1 w 166
λόχοι 2 w 172
ἕξ 1 w 174
μημιον 1 w 180

Dictionary Citations

LSJ

λόχος
b any armed band, body of troops (of foot, rarely of horse, Arr. Alan. 20), Od. 20.49; also in Trag., A. Th. 56, 460, S. OC 1371, etc.: metaph., παρθένων ἱκέσιος λ. A. Th. 111 (lyr.); θαυμαστὸς λ. γυναικῶν, of the Furies, Id. Eu. 46, cf. 1026; ἐλάφων κεραὸς λ. AP 9.244 ( Apollonid.); ἐμῶν προγόνων λ. OGI 383.48 (Nemrud Dagh, i B.C.).