Scaife ATLAS

CTS Library / Πλοῖον ἢ Εὐχαί

Πλοῖον ἢ Εὐχαί (45)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg065.perseus-grc2:45
Refs {'start': {'reference': '45', 'human_reference': 'Section 45'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Τιμόλαος

τί ἂν αἰτιάσαιο, Λυκῖνε, τῆς εὐχῆς;

Λυκῖνος

οὐδέν, Τιμόλαε· οὐδὲ γὰρ ἀσφαλὲς ἐναντιοῦσθαι ἀνδρὶ πτηνῷ καὶ ὑπὲρ μυρίους τὴν ἰσχύν, πλὴν ἀλλὰ ἐκεῖνο ἐρήσομαί σε, εἴ τινα ἄλλον εἶδες ἐν τοσούτοις ἔθνεσιν, ὅσα ὑπερέπτης, γέροντα ἤδη ἄνδρα οὕτω παρακεκινηκότα τὴν γνώμην, ἐπὶ δακτυλίου μικροῦ ὀχούμενον, ὄρη ὅλα κινεῖν ἄκρῳ τῷ δακτύλῳ δυνάμενον, ἐπέραστον πᾶσι, καὶ ταῦτα φαλακρὸν ὄντα καὶ τὴν ῥῖνα σιμόν; ἀτὰρ εἰπέ μοι καὶ τόδε, τί δή ποτε οὐχ εἷς δακτύλιος ἅπαντα ταῦτα δύναταί σοι, ἀλλὰ τοσούτους περιημμένος βαδιῇ τὴν ἀριστερὰν πεφορτισμένος κατὰ δάκτυλον ἕνα; μᾶλλον δὲ ὑπερπαίει ἀριθμός, καὶ δεήσει καὶ τὴν δεξιὰν συνεπιλαβεῖν. καίτοι ἑνὸς τοῦ ἀναγκαιοτάτου προσδεῖ, ὃς περιθέμενόν σε παύσει μωραίνοντα τὴν πολλὴν ταύτην κόρυζαν ἀποξύσας. τοῦτο μὲν καὶ ἐλλέβορος ἱκανὸς ποιῆσαι ζωρότερος ποθείς;

Tokens

Τιμόλαος 1 w 8
τί 1 w 10
ἂν 1 w 12
αἰτιάσαιο 1 w 21
1 w 23
Λυκῖνε 1 w 29
τῆς 1 w 33
εὐχῆς 1 w 38
Λυκῖνος 1 w 46
οὐδέν 1 w 51
2 w 53
Τιμόλαε 1 w 60
οὐδὲ 1 w 65
γὰρ 1 w 68
ἀσφαλὲς 1 w 75
ἐναντιοῦσθαι 1 w 87
ἀνδρὶ 1 w 92
πτηνῷ 1 w 97
καὶ 1 w 100
ὑπὲρ 1 w 104
μυρίους 1 w 111
τὴν 1 w 114
ἰσχύν 1 w 119
πλὴν 1 w 124
ἀλλὰ 1 w 128
ἐκεῖνο 1 w 134
ἐρήσομαί 1 w 142
σε 1 w 144
εἴ 1 w 147
τινα 1 w 151
ἄλλον 1 w 156
εἶδες 1 w 161
ἐν 2 w 163
τοσούτοις 1 w 172
ἔθνεσιν 1 w 179
ὅσα 1 w 183
ὑπερέπτης 1 w 192
γέροντα 1 w 200
ἤδη 1 w 203
ἄνδρα 1 w 208
οὕτω 1 w 212
παρακεκινηκότα 1 w 226
τὴν 2 w 229
γνώμην 1 w 235
ἐπὶ 1 w 239
δακτυλίου 1 w 248
μικροῦ 1 w 254
ὀχούμενον 1 w 263
ὄρη 1 w 267
ὅλα 1 w 270
κινεῖν 1 w 276
ἄκρῳ 1 w 280
τῷ 1 w 282
δακτύλῳ 1 w 289
δυνάμενον 1 w 298
ἐπέραστον 1 w 308
πᾶσι 1 w 312
καὶ 2 w 316
ταῦτα 1 w 321
φαλακρὸν 1 w 329
ὄντα 1 w 333
καὶ 3 w 336
τὴν 3 w 339
ῥῖνα 1 w 343
σιμόν 1 w 348
ἀτὰρ 1 w 353
εἰπέ 1 w 357
μοι 1 w 360
καὶ 4 w 363
τόδε 1 w 367
τί 2 w 370
δή 1 w 372
ποτε 1 w 376
οὐχ 1 w 379
εἷς 1 w 382
δακτύλιος 1 w 391
ἅπαντα 1 w 397
ταῦτα 2 w 402
δύναταί 1 w 409
σοι 1 w 412
ἀλλὰ 2 w 417
τοσούτους 1 w 426
περιημμένος 1 w 437
βαδιῇ 1 w 442
τὴν 4 w 445
ἀριστερὰν 1 w 454
πεφορτισμένος 1 w 467
κατὰ 1 w 471
δάκτυλον 1 w 479
ἕνα 1 w 482
μᾶλλον 1 w 489
δὲ 2 w 491
ὑπερπαίει 1 w 500
1 w 501
ἀριθμός 1 w 508
καὶ 5 w 512
δεήσει 1 w 518
καὶ 6 w 521
τὴν 5 w 524
δεξιὰν 1 w 530
συνεπιλαβεῖν 1 w 542
καίτοι 1 w 549
ἑνὸς 1 w 553
τοῦ 1 w 556
ἀναγκαιοτάτου 1 w 569
προσδεῖ 1 w 576
ὃς 1 w 579
περιθέμενόν 1 w 590
σε 3 w 592
παύσει 1 w 598
μωραίνοντα 1 w 608
τὴν 6 w 611
πολλὴν 1 w 617
ταύτην 1 w 623
κόρυζαν 1 w 630
ἀποξύσας 1 w 638
1 w 640
τοῦτο 1 w 645
μὲν 1 w 648
καὶ 7 w 651
2 w 652
ἐλλέβορος 1 w 661
ἱκανὸς 1 w 667
ποιῆσαι 1 w 674
ζωρότερος 1 w 683
ποθείς 1 w 689

Dictionary Citations

LSJ

ἀποξύω
2 strip off as it were a skin, γῆρας ἀποξύσας θήσει νέον Il. 9.446, cf. Nosti Fr. 6; κόρυζαν ἀποξύσας (prob. f.l. for ἀπομύξας) Luc. Nav. 45; τὸ ἐρυθριᾶν ἀ. τοῦ προσώπου v.l. in Id. Vit.Auct. 10: so in Pass., ἀπέξυσται τὴν αἰδῶ τοῦ προσώπου Alciphr. 3.40:— Med., scrape off, φάρμακον D.Chr. 32.44.
ζωρός
pure, sheer, prop. of wine without water, like ἄκρᾱτος, ζ. μέθυ A.R. 1.477; πόμα AP 12.50 ( Asclep.); πότος Hippoloch. ap. Ath. 4.129d: abs., ζωρός (sc. οἶνος) AP 6.105 ( Apollonid.), etc.: Comp., ζωρότερον δὲ κέραιε mix the wine more pure, i.e. add less water, Il. 9.203, cf. Arist. Po. 1461a14; κεράσας ζωρότερον Ὁμηρικῶς Ephipp. 10; so later -ότερον πίνειν Hdt. 6.84; and in the sense drink hard, ζ. πιεῖν Thphr. Char. 4.6, cf. Ael. VH 13.4, Luc. Tim. 54, etc.; πίνειν-οτέρῳ χρώμενον οἰνοχόῳ Antiph. 149; ζωρὸν δέπας a cup of sheer wine, AP 11.28 ( Marc. Arg.); ζωρὸν πέλαγος a sea of wine, ib. 7.457.6 ( Aristo); ζωρότερον κισσύβιον ib. 5.288.4 ( Agath.); of drugs, Luc. DMort. 17[7].1, Nav. 45; διδόναι τι ζωρότερον ἐσθίειν Hp. Nat.Mul. 69; -ότερον γάλα Ruf. Fr. 118: metaph., ζωροτάτη μανίη AP 7.30 (Antip. Sid.). (In Philum. Ven. 2.3, 4.2 ζωρός is opp. ἄκρατος, and so perh. in Emp. 35.15, but the reading is doubtful.)
μωραίνω
to be silly, foolish, drivel, E. l.c., X. Mem. 1.1.11, Phld. Mus. p.103K., Luc. Nav. 45, etc.; play the fool, Arist. EN 1148b2: c. acc. cogn., πεῖραν μ. make a mad attempt, A. l.c.; οὐδεὶς . . ταῦτα μωραίνει indulges in these follies, E. Fr. 282.22: euphem. of illicit love, γυναῖκα μωραίνουσαν Id. Andr. 674.
φορτίζω
load, φορτίσας τὸν ὄνον Babr. 111.3; φορτία φ. τινάς load them with burdens, Ev.Luc. 11.46; περισσῇ δαπάνῃ φ. τὰ κοινά Dörner Erlass des Statthalters von Asia Paullus Fabius Persicus 16; ὑδατὶς -ίζουσα τὸν ὀφθαλμόν encumbering, Paul.Aeg. 6.14; αὐχένα φ. Aenigma Sphingis (ap.Sch. E. Ph. 50):— Med., τὰ μείονα φορτίζεσθαι ship the smaller part of oneʼs wealth, Hes. Op. 690; φορτιούμενος μέλι to carry away a load of honey, Macho ap. Ath. 13.582f: metaph., φυτεύειν καὶ φ. Phld. Vit. p.33J.— Pass., to be heavy laden, πεφορτισμένος Ev.Matt. 11.28, cf. Luc. Nav. 45.