Scaife ATLAS

CTS Library / Πλοῖον ἢ Εὐχαί

Πλοῖον ἢ Εὐχαί (2)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg065.perseus-grc2:2
Refs {'start': {'reference': '2', 'human_reference': 'Section 2'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Σάμιππος

οἶσθα, Λυκῖνε, ὅπου ἡμᾶς ἀπέλιπεν; ὁπότε, οἶμαι, τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο μειράκιον ἐκ τῆς θαλάμης προῆλθε τὸ τὴν καθαρὰν ὀθόνην ἐνδεδυκός, ἀναδεδεμένον εἰς τοὐπίσω τὴν κόμην ἐπʼ ἀμφότερα τοῦ μετώπου ἀπηγμένην. εἰ τοίνυν ἐγὼ Ἀδείμαντον οἶδα, οἶμαι, γλαφυρὸν οὕτω θέαμα ἐκεῖνος ἰδὼν μακρὰ χαίρειν

p.214
φράσας τῷ Αἰγυπτίῳ ναυπηγῷ περιηγουμένῳ το πλοῖον παρέστηκε δακρύων, ὥσπερ εἴωθε· ταχύδακρυς γὰρ ἀνὴρ ἐς τὰ ἐρωτικά.

Λυκῖνος

καὶ μὴν οὐ πάνυ καλός, Σάμιππε, μειρακίσκος ἔδοξέ μοι, ὡς ἂν καὶ Ἀδείμαντον ἐκπλῆξαι, τοσοῦτοι Ἀθήνησι καλοὶ ἕπονται, πάντες ἐλεύθεροι, στωμύλοι τὸ φθέγμα, παλαίστρας ἀποπνέοντες, οἷς καὶ παραδακρῦσαι οὐκ ἀγεννές· οὗτος δὲ πρὸς τῷ μελάγχρους εἶναι

249
καὶ πρόχειλός ἐστι καὶ λεπτὸς ἄγαν τοῖν σκελοῖν, καὶ ἐφθέγγετο ἐπισεσυρμένον τι καὶ συνεχὲς καὶ ἐπίτροχον, Ἑλληνιστὶ μέν, ἐς τὸ πάτριον δὲ τῷ ψόφῳ καὶ τῷ τῆς φωνῆς τόνῳ, κόμη δὲ καὶ ἐς τοὐπίσω πλόκαμος συνεσπειραμένος οὐκ ἐλεύθερον αὐτόν φησιν εἶναι.

Tokens

Σάμιππος 1 w 8
οἶσθα 1 w 13
1 w 15
Λυκῖνε 1 w 21
ὅπου 1 w 26
ἡμᾶς 1 w 30
ἀπέλιπεν 1 w 38
ὁπότε 1 w 44
οἶμαι 1 w 50
τὸ 1 w 53
ὡραῖον 1 w 59
ἐκεῖνο 1 w 65
μειράκιον 1 w 74
ἐκ 2 w 76
τῆς 1 w 79
θαλάμης 1 w 86
προῆλθε 1 w 93
τὸ 2 w 95
τὴν 1 w 98
καθαρὰν 1 w 105
ὀθόνην 1 w 111
ἐνδεδυκός 1 w 120
ἀναδεδεμένον 1 w 133
εἰς 1 w 136
τοὐπίσω 1 w 143
τὴν 2 w 146
κόμην 1 w 151
ἐπʼ 1 w 154
ἀμφότερα 1 w 162
τοῦ 1 w 165
μετώπου 1 w 172
ἀπηγμένην 1 w 181
εἰ 2 w 184
τοίνυν 1 w 190
ἐγὼ 1 w 193
Ἀδείμαντον 1 w 203
οἶδα 1 w 207
οἶμαι 2 w 213
γλαφυρὸν 1 w 222
οὕτω 1 w 226
θέαμα 1 w 231
ἐκεῖνος 1 w 238
ἰδὼν 1 w 242
μακρὰ 1 w 247
χαίρειν 1 w 254
φράσας 1 w 260
τῷ 1 w 262
Αἰγυπτίῳ 1 w 270
ναυπηγῷ 1 w 277
περιηγουμένῳ 1 w 289
το 5 w 291
πλοῖον 1 w 297
παρέστηκε 1 w 306
δακρύων 1 w 313
ὥσπερ 1 w 319
εἴωθε 1 w 324
ταχύδακρυς 1 w 335
γὰρ 1 w 338
2 w 339
ἀνὴρ 1 w 343
ἐς 1 w 345
τὰ 1 w 347
ἐρωτικά 1 w 354
Λυκῖνος 1 w 362
καὶ 1 w 365
μὴν 1 w 368
οὐ 2 w 370
πάνυ 1 w 374
καλός 1 w 379
2 w 381
Σάμιππε 1 w 388
3 w 390
μειρακίσκος 1 w 401
ἔδοξέ 1 w 406
μοι 1 w 409
ὡς 1 w 412
ἂν 1 w 414
καὶ 2 w 417
Ἀδείμαντον 2 w 427
ἐκπλῆξαι 1 w 435
1 w 437
τοσοῦτοι 1 w 445
Ἀθήνησι 1 w 452
καλοὶ 1 w 457
ἕπονται 1 w 464
πάντες 1 w 471
ἐλεύθεροι 1 w 480
στωμύλοι 1 w 489
τὸ 3 w 491
φθέγμα 1 w 497
παλαίστρας 1 w 508
ἀποπνέοντες 1 w 519
οἷς 1 w 523
καὶ 3 w 526
παραδακρῦσαι 1 w 538
οὐκ 1 w 541
ἀγεννές 1 w 548
οὗτος 1 w 554
δὲ 1 w 556
πρὸς 1 w 560
τῷ 2 w 562
μελάγχρους 1 w 572
εἶναι 1 w 577
καὶ 4 w 580
πρόχειλός 1 w 589
ἐστι 1 w 593
καὶ 5 w 596
λεπτὸς 1 w 602
ἄγαν 1 w 606
τοῖν 1 w 610
σκελοῖν 1 w 617
καὶ 6 w 621
ἐφθέγγετο 1 w 630
ἐπισεσυρμένον 1 w 643
τι 3 w 645
καὶ 7 w 648
συνεχὲς 1 w 655
καὶ 8 w 658
ἐπίτροχον 1 w 667
Ἑλληνιστὶ 1 w 677
μέν 5 w 680
ἐς 2 w 683
τὸ 5 w 685
πάτριον 1 w 692
δὲ 2 w 694
τῷ 3 w 696
ψόφῳ 1 w 700
καὶ 9 w 703
τῷ 4 w 705
τῆς 2 w 708
φωνῆς 1 w 713
τόνῳ 1 w 717
2 w 719
κόμη 2 w 723
δὲ 3 w 725
καὶ 10 w 728
ἐς 3 w 730
τοὐπίσω 2 w 737
4 w 738
πλόκαμος 1 w 746
συνεσπειραμένος 1 w 761
οὐκ 2 w 764
ἐλεύθερον 1 w 773
αὐτόν 1 w 778
φησιν 1 w 783
εἶναι 2 w 788

Dictionary Citations

LSJ

ἐπισύρω
II do in a slovenly, careless way, slur over, evade intentionally, τὰ πράγματα Lys. 26.3 ; τὰς πράξεις Plb. 29.12.6 ; γραφήν D.H. 1.7 (v.l. ὑπο- ; βίον Jul. Gal. 43b ( Pass.) : abs., ἐπισύροντες ἐροῦσι D. 20.131 ; ἐπισύρων γέγραφα Jul. Ep. 4 ; ἐ. ἐν ταῖς πράξεσι to be negligent, M.Ant. 8.51 ; καταφρονεῖν ὧν οὐκ οἶδεν καὶ ἐπισύρειν Porph. Abst. 2.53 : in this sense freq. in pf. part. Pass., slurred over, neglected, Plb. 16.20.3 ; τὸ -μένον [ τῶν λέξεων] Phld. Rh. 1.49 S. ; γράμματα ἐπισεσυρμένα slovenly, hastily written, Luc. DMeretr. 10.3 ; φθέγγεσθαι ἐ. τι καὶ συνεχὲς καὶ ἐπίτροχον Id. Nav. 2 ; χρέμπτεσθαι ἐ. Ps.-Luc. Philopatr. 20 ; ἐ. καὶ ῥυπαρός slovenly and dirty, of a man, D.L. 1.81 ; ἐ. ἤθη lax morals, Procl. in Prm. p.553S. Adv. ἐπισεσυρμένως carelessly, Epict. Ench. 31, Sch. Ar. Ra. 1545.
θαλάμη
II Luc. Nav. 2.
λεπτός
4 thin, lean, Alc. 39; opp. παχύς, Hp. Art. 8 ( Comp.); ἐγὼ δὲ λεπτὴ κἀσθενής Ar. Ec. 539; σοφιστῶν λεπτῶν, ἀσίτων Antiph. 122.4; λ. καὶ αὐχμῶν Thphr. Char. 26.5, cf. Ceb. 10; λ. χείρ Hes. Op. 497; στῆθος Ar. Nu. 1018 (anap.); τράχηλος X. Cyn. 5.30; λεπτὸς <ἐκ> τοῖν σκελοῖν Luc. Nav. 2; λ. ὑπὸ μεριμνῶν Pl. Amat. 134b; of animals, X. Cyr. 1.4.11; also, slender, taper (opp. παχύς) , δάκτυλος Pl. R. 523d; ἀπολήγειν εἰς λεπτόν, of the fingers of a statue, Luc. Im. 6.
μακρός
3 long, far, remote, κέλευθος Il. 15.358; οἶμος Hes. Op. 290; ναυτιλίαι Hdt. 1.1; στόλος S. Ph. 490; μ. ἐπιβοήθειαι long marches to aid, X. Cyr. 5.4.47; remote, ἀποικία A. Pr. 814; τὰ μακρότατα the remotest parts, Hdt. 2.32: freq. in neut. sg. and pl. as Adv., μακρὰ βιβάς, βιβάσθων, with long strides, Il. 7.213, 13.809; μακρὰ ῥίψαις, δισκήσαις, Pi. P. 1.45, I. 2.35; -ότερον σφενδονᾶν X. An. 3.4.16; μακρὸν ἀῧσαι, βοᾶν, to shout so as to be heard afar, i.e. loudly, Il. 3.81, 2.224; μακρὰ μεμυκώς 18.580; μακρὸν ἠχεῖν Pl. Prt. 329a; κλάειν σε μακρὰ κελεύσας Ar. Eq. 433 (v. κλαίω and infr. v); later by analogy, μακρὰ χαίρειν φράσας τῷ ναυπηγῷ Luc. Nav. 2, cf. Apol. 3, al., D.C. 46.3; cf. μακράν.
παραδακρύω
weep beside or with, τινι Luc. Nav. 2.
συσπειράω
3 Med. and Pass., coil or be coiled up, σ. ὡς καθευδήσων Plu. Profect. 2.77e; σ. εἰς ἑαυτό, of the wood-louse, Thphr. HP 4.3.6; πλόκαμος συνεσπειραμένος Luc. Nav. 2.
ταχύδακρυς
soon moved to tears, Luc. Nav. 2.