Scaife ATLAS

CTS Library / Πλοῖον ἢ Εὐχαί

Πλοῖον ἢ Εὐχαί (14)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg065.perseus-grc2:14
Refs {'start': {'reference': '14', 'human_reference': 'Section 14'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Λυκῖνος

οὐκοῦν, γενναῖε, λαβόμενός μου ἄπαγε πρὸς τὸν στρατηγὸν ὥς τινα πειρατὴν καταποντιστήν, ὃς τηλικοῦτον ναυάγιον εἴργασμαι, καὶ ταῦτα ἐν γῇ κατὰ τὴν ἐκ Πειραιῶς ἐς τὸ ἄστυ. ἀλλὰ ὅρα ὅπως παραμυθήσομαί σου τὸ πταῖσμα· πέντε γάρ, εἰ βούλει, καλλίω καὶ

p.219
μείζω τοῦ Αἰγυπτίου πλοίου ἤδη ἔχε, καὶ τὸ μέγιστον οὐδὲ καταδῦναι δυνάμενα, καὶ τάχα σοι πεντάκις ἐξ Αἰγύπτου κατʼ ἔτος ἕκαστον σιταγωγείτωσαν σιταγωγίαν, εἰ καί, ναυκλήρων ἄριστε, δῆλος εἶ ἀφόρητος ἡμῖν τότε γενησόμενος· ὃς γὰρ ἔτι ἑνὸς πλοίου τουτουὶ δεσπότης ὢν παρήκουες βοώντων, εἰ πέντε κτήσαιο πρὸς τούτῳ τριάρμενα πάντα καὶ ἀνώλεθρα, οὐδὲ ὄψει δηλαδὴ τοὺς φίλους. σὺ μὲν οὖν εὐπλόει, βέλτιστε, ἡμεῖς δὲ ἐν
258
Πειραιεῖ καθεδούμεθα τοὺς ἐξ Αἰγύπτου Ἰταλίας καταπλέοντας ἀνακρίνοντες, εἴ που τὸ μέγα Ἀδειμάντου πλοῖον τὴν Ἶσίν τις εἶδεν.

Tokens

Λυκῖνος 1 w 7
οὐκοῦν 1 w 13
1 w 15
γενναῖε 1 w 22
λαβόμενός 1 w 32
μου 1 w 35
ἄπαγε 1 w 40
πρὸς 1 w 44
τὸν 1 w 47
στρατηγὸν 1 w 56
ὥς 1 w 58
τινα 1 w 62
πειρατὴν 1 w 70
1 w 71
καταποντιστήν 1 w 84
ὃς 1 w 87
τηλικοῦτον 1 w 97
ναυάγιον 1 w 105
εἴργασμαι 1 w 114
καὶ 1 w 118
ταῦτα 1 w 123
ἐν 1 w 125
γῇ 1 w 127
κατὰ 1 w 131
τὴν 2 w 134
ἐκ 1 w 136
Πειραιῶς 1 w 144
ἐς 1 w 146
τὸ 2 w 148
ἄστυ 1 w 152
ἀλλὰ 1 w 157
ὅρα 1 w 160
ὅπως 1 w 164
παραμυθήσομαί 1 w 177
σου 1 w 180
τὸ 3 w 182
πταῖσμα 1 w 189
πέντε 1 w 195
γάρ 1 w 198
εἰ 1 w 201
βούλει 1 w 207
καλλίω 1 w 214
καὶ 2 w 217
μείζω 1 w 222
τοῦ 1 w 225
Αἰγυπτίου 1 w 234
πλοίου 1 w 240
ἤδη 1 w 243
ἔχε 1 w 246
καὶ 3 w 250
τὸ 4 w 252
μέγιστον 1 w 260
οὐδὲ 1 w 264
καταδῦναι 1 w 273
δυνάμενα 1 w 281
καὶ 4 w 285
τάχα 1 w 289
σοι 1 w 292
πεντάκις 1 w 300
ἐξ 1 w 302
Αἰγύπτου 1 w 310
κατʼ 1 w 314
ἔτος 1 w 318
ἕκαστον 1 w 325
σιταγωγείτωσαν 1 w 339
σιταγωγίαν 1 w 349
εἰ 2 w 352
καί 1 w 355
2 w 357
ναυκλήρων 1 w 366
ἄριστε 1 w 372
δῆλος 1 w 378
εἶ 1 w 380
ἀφόρητος 1 w 388
ἡμῖν 1 w 392
τότε 1 w 396
γενησόμενος 1 w 407
ὃς 2 w 410
γὰρ 1 w 413
ἔτι 1 w 416
ἑνὸς 1 w 420
πλοίου 2 w 426
τουτουὶ 1 w 433
δεσπότης 1 w 441
ὢν 1 w 443
παρήκουες 1 w 452
βοώντων 1 w 459
εἰ 3 w 462
πέντε 2 w 467
κτήσαιο 1 w 474
πρὸς 2 w 478
τούτῳ 1 w 483
τριάρμενα 1 w 492
πάντα 1 w 497
καὶ 5 w 500
ἀνώλεθρα 1 w 508
οὐδὲ 2 w 513
ὄψει 1 w 517
δηλαδὴ 1 w 523
τοὺς 1 w 527
φίλους 1 w 533
σὺ 1 w 536
μὲν 1 w 539
οὖν 1 w 542
εὐπλόει 1 w 549
3 w 551
βέλτιστε 1 w 559
ἡμεῖς 1 w 565
δὲ 3 w 567
ἐν 2 w 569
Πειραιεῖ 1 w 577
καθεδούμεθα 1 w 588
τοὺς 2 w 592
ἐξ 2 w 594
Αἰγύπτου 2 w 602
2 w 603
Ἰταλίας 1 w 610
καταπλέοντας 1 w 622
ἀνακρίνοντες 1 w 634
εἴ 2 w 637
που 1 w 640
τὸ 5 w 642
μέγα 1 w 646
Ἀδειμάντου 1 w 656
πλοῖον 1 w 662
τὴν 3 w 665
Ἶσίν 1 w 669
τις 1 w 672
εἶδεν 1 w 677

Dictionary Citations

LSJ

σιταγωγέω
convey corn, c. acc. cogn., σ. σιταγωγίαν Luc. Nav. 14: abs., D.C. 47.37, 49.27:— Med., import corn, IG 2(2).28.18.
σιταγωγία
conveyance of corn, PTeb. 57.12 (ii B.C.), Luc. Nav. 14.
τριάρμενος
with three sails or masts, ὁλκάς Plu. Marc. 14; πλοῖον Luc. Nav. 14; ναύτης τῶν τ. Id. Pseudol. 27, cf. Philostr. VA 4.9.