Scaife ATLAS

CTS Library / Ἑρμότιμος ἢ Περὶ Αἱρέσεων

Ἑρμότιμος ἢ Περὶ Αἱρέσεων (86)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg063.perseus-grc2:86
Refs {'start': {'reference': '86', 'human_reference': 'Section 86'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἑρμότιμος

εὖ λέγεις· ἄπειμι γοῦν ἐπʼ αὐτὸ τοῦτο, ὡς μεταβαλοίμην καὶ αὐτὸ δὴ τὸ σχῆμα. ὄψει γοῦν οὐκ εἰς μακρὰν οὔτε πώγωνα ὥσπερ νῦν λάσιον καὶ βαθὺν οὔτε δίαιταν κεκολασμένην, ἀλλʼ ἄνετα πάντα καὶ ἐλεύθερα· τάχα δὲ καὶ πορφυρίδα μεταμφιάσομαι, ὡς εἰ δεῖεν ἅπαντες ὅτι μηκέτι μοι τῶν λήρων ἐκείνων μέτεστιν. ὡς εἴθε γε καὶ ἐξεμέσαι δυνατὸν ἦν ἅπαντα ἐκεῖνα, ὁπόσα ἤκουσα παρʼ αὐτῶν, καὶ εὖ ἴσθι, οὐκ ἂν ὤκνησα καὶ ἐλλέβορον πιεῖν διὰ τοῦτο ἐς τὸ ἔμπαλιν Χρύσιππος, ὅπως μηδὲν ἔτι νοήσαιμι ὧν φασι. σοὶ δʼ οὖν οὐ μικρὰν χάριν οἶδα, Λυκῖνε, ὅτι με παραφερόμενον ὑπὸ θολεροῦ τινος χειμάρρου καὶ τραχέος, ἐπιδιδόντα ἐμαυτὸν καὶ

831
κατὰ ῥοῦν συρρέοντα τῷ ὕδατι, ἀνέσπασας ἀπιστάς, τὸ τῶν τραγῳδῶν τοῦτο, θεὸς ἐκ μηχανῆς ἐπιφανείς. δοκῶ δέ μοι οὐκ ἀλόγως ἂν καὶ ξυρήσασθαι τὴν κεφαλὴν ὥσπερ οἱ ἐκ τῶν ναυαγίων ἀποσωθέντες ἐλεύθεροι, ἅτε καὶ σωτήρια τήμερον ἄξων τοσαύτην ἀχλὺν ἀποσεισάμενος τῶν ὀμμάτων. φιλοσόφῳ δὲ ἐς τὸ λοιπὸν κἂν ἄκων ποτὲ ὁδῷ βαδίζων ἐντύχω, οὕτως ἐκτραπήσομαι καὶ περιστήσομαι ὥσπερ τοὺς λυττῶντας τῶν κυνῶν.

Tokens

Ἑρμότιμος 1 w 9
εὖ 1 w 11
λέγεις 1 w 17
ἄπειμι 1 w 24
γοῦν 1 w 28
ἐπʼ 1 w 31
αὐτὸ 1 w 35
τοῦτο 1 w 40
ὡς 1 w 43
μεταβαλοίμην 1 w 55
καὶ 1 w 58
αὐτὸ 2 w 62
δὴ 1 w 64
τὸ 3 w 66
σχῆμα 1 w 71
ὄψει 1 w 76
γοῦν 2 w 80
οὐκ 1 w 83
εἰς 1 w 86
μακρὰν 1 w 92
οὔτε 1 w 96
πώγωνα 1 w 102
ὥσπερ 1 w 107
νῦν 1 w 110
λάσιον 1 w 116
καὶ 2 w 119
βαθὺν 1 w 124
οὔτε 2 w 128
δίαιταν 1 w 135
κεκολασμένην 1 w 147
ἀλλʼ 1 w 152
ἄνετα 1 w 157
πάντα 1 w 162
καὶ 3 w 165
ἐλεύθερα 1 w 173
τάχα 1 w 178
δὲ 1 w 180
καὶ 4 w 183
πορφυρίδα 1 w 192
μεταμφιάσομαι 1 w 205
ὡς 2 w 208
εἰ 2 w 210
δεῖεν 1 w 215
ἅπαντες 1 w 222
ὅτι 1 w 225
μηκέτι 1 w 231
μοι 1 w 234
τῶν 1 w 237
λήρων 1 w 242
ἐκείνων 1 w 249
μέτεστιν 1 w 257
ὡς 3 w 260
εἴθε 1 w 264
γε 2 w 266
καὶ 5 w 269
ἐξεμέσαι 1 w 277
δυνατὸν 1 w 284
ἦν 1 w 286
ἅπαντα 1 w 292
ἐκεῖνα 1 w 298
ὁπόσα 1 w 304
ἤκουσα 1 w 310
παρʼ 1 w 314
αὐτῶν 1 w 319
καὶ 6 w 323
εὖ 2 w 325
ἴσθι 1 w 329
οὐκ 2 w 333
ἂν 1 w 335
ὤκνησα 1 w 341
καὶ 7 w 344
ἐλλέβορον 1 w 353
πιεῖν 1 w 358
διὰ 1 w 361
τοῦτο 2 w 366
ἐς 1 w 368
τὸ 5 w 370
ἔμπαλιν 1 w 377
1 w 378
2 w 379
Χρύσιππος 1 w 388
ὅπως 1 w 393
μηδὲν 1 w 398
ἔτι 1 w 401
νοήσαιμι 1 w 409
ὧν 1 w 411
φασι 1 w 415
σοὶ 1 w 419
δʼ 1 w 421
οὖν 1 w 424
οὐ 3 w 426
μικρὰν 1 w 432
χάριν 1 w 437
οἶδα 1 w 441
1 w 443
Λυκῖνε 1 w 449
ὅτι 2 w 453
με 3 w 455
παραφερόμενον 1 w 468
ὑπὸ 1 w 471
θολεροῦ 1 w 478
τινος 1 w 483
χειμάρρου 1 w 492
καὶ 8 w 495
τραχέος 1 w 502
ἐπιδιδόντα 1 w 513
ἐμαυτὸν 1 w 520
καὶ 9 w 523
κατὰ 1 w 527
ῥοῦν 1 w 531
συρρέοντα 1 w 540
τῷ 1 w 542
ὕδατι 1 w 547
ἀνέσπασας 1 w 557
ἀπιστάς 1 w 564
τὸ 7 w 567
τῶν 3 w 570
τραγῳδῶν 1 w 578
τοῦτο 3 w 583
θεὸς 1 w 588
ἐκ 3 w 590
μηχανῆς 1 w 597
ἐπιφανείς 1 w 606
δοκῶ 1 w 611
δέ 1 w 613
μοι 2 w 616
οὐκ 3 w 619
ἀλόγως 1 w 625
ἂν 2 w 627
καὶ 10 w 630
ξυρήσασθαι 1 w 640
τὴν 1 w 643
κεφαλὴν 1 w 650
ὥσπερ 2 w 655
οἱ 1 w 657
ἐκ 4 w 659
τῶν 4 w 662
ναυαγίων 1 w 670
ἀποσωθέντες 1 w 681
ἐλεύθεροι 1 w 690
ἅτε 1 w 694
καὶ 11 w 697
σωτήρια 1 w 704
τήμερον 1 w 711
ἄξων 1 w 715
τοσαύτην 1 w 723
ἀχλὺν 1 w 728
ἀποσεισάμενος 1 w 741
τῶν 5 w 744
ὀμμάτων 1 w 751
φιλοσόφῳ 1 w 760
δὲ 3 w 762
ἐς 2 w 764
τὸ 8 w 766
λοιπὸν 1 w 772
κἂν 1 w 775
ἄκων 1 w 779
ποτὲ 1 w 783
ὁδῷ 1 w 786
βαδίζων 1 w 793
ἐντύχω 1 w 799
οὕτως 1 w 805
ἐκτραπήσομαι 1 w 817
καὶ 12 w 820
περιστήσομαι 1 w 832
ὥσπερ 3 w 837
τοὺς 1 w 841
λυττῶντας 1 w 850
τῶν 7 w 853
κυνῶν 1 w 858

Dictionary Citations

LSJ

ἀποσῴζω
save or preserve from, νόσου S. Ph. 1379; ἐκ τῶν ναυαγίων -σωθέντες Luc. Herm. 86; ἀ. οἴκαδε bring safe home, X. HG 7.2.19, cf. An. 2.3.18.
ἐκτρέπω
2 turn a person off the road, order him out of the way, S. OT 806:— Pass. ( fut. -τραπήσομαι Luc. Herm. 86) and Med., ἐκτρέπεσθαί τινα get out of oneʼs way, D. 19.225, cf. Ar. Pl. 837, Luc. Tim. 5; avoid, τὸν ἔλεγχον Plb. 35.4.14; τὴν φιλοσοφίαν Jul. Or. 7.223d: c. inf., ὀφθῆναι AP 10.56.10 ( Pall.): abs., cj. in S. OC 1541.
κολάζω
check, chastise, τὰς ἐπιθυμίας Pl. Grg. 491e; τὸ πλεονάζον Plu. QConv. 2.663e, etc.; τὴν ἀμετρίαν Gal. 6.29:— Pass., to be corrected, τὸ ἐν μέλιτι χολῶδες -άζεται Hp. Acut. 59, cf. X. Oec. 20.12: pf. part. Pass., chastened, εὐπειθὲς καὶ κεκολ. Arist. EN 1119b12; δίαιτα Luc. Herm. 86; ῥήτωρ κεκ. Poll. 6.149; ἰσχὺς κ. ἐς ῥυθμούς Philostr. VS 1.17.3; also of an athlete, ἀπέριττος τὰ μυώδη καὶ μὴ κεκ. Id. Gym. 31.
μεταμφιάζω
change the dress of another, strip off his dress, τινα Plu. and Luc. ll.cc.; τὰ τοῦ πλησίον Max.Tyr. l.c.: c. dupl. acc., τὸ λαμπρὸν σχῆμα μ. τινά Hld. 2.21: metaph., change, τι εἴς τι AP 6.165 ( Phal.):— Med., take off oneʼs own dress, τὴν βασιλικὴν ἐσθῆτα μεταμφιασαμένη v.l. in Phylarch. 30 J. (cf. sq. [μεταμφιέννυμι]); πορφυρίδα μεταμφιάσομαι Luc. Herm. 86 codd.; ἀποδυσάμενος τὸν Πυθαγόραν τίνα μετημφιάσω μετʼ αὐτόν; what body didst thou assume after him? Id. Gall. 19; μ. τὴν τύχην, τὸν βίον, Vett.Val. 131.8, Procop. Arc. 17.
περιίστημι
III go round so as to avoid, shun, τὰς ἁμαρτίας Phld. Rh. 1.384 S.; τὴν ὁμιλίαν J. AJ 1.1.4; κύνας Luc. Herm. 86 (though he censures this usage, Sol. 5), cf. Gal. UP 10.14, Porph. Abst. 4.7, etc.; τὸν κίνδυνον Iamb. VP 33.239; τὸ μοναρχικόν ib. 31.189 ; τὴν ἀφροσύνην S.E. M. 11.93 ; κενοφωνίας 2 Ep.Ti. 2.16 ; τὸ εἰκῇ καὶ μάτην M.Ant. 3.4; τοὺς ἡγουμένους Artem. 4.59 ; π. μὴ . . to be afraid lest . . , J. AJ 4.6.12; sneak round, Phld. Rh. 1.99 S.; circumvent, τοὺς λογιστάς Mitteis Chr. 88iv 11 (ii A.D.):—so in Pass., περιεσταμένης τῆς λογοθεσίας BGU 1019.8 (ii A. D.).
συρρέω
II float along together with, κατὰ ῥοῦν σ. τῷ ὕδατι Luc. Herm. 86.
σωτήριος
2 σωτήρια (sc. ἱερά) τά, a thank-offering for deliverance, σ. θύειν θεοῖς X. An. 3.2.9, 5.1.1, cf. Marm.Par. 7, etc.; σ. ἄγειν Luc. Herm. 86; σ. τοῦ βασιλέως πανηγυρίζειν for his escape, Hdn. 1.10.7; of a festival at Delphi, commemorating the retreat of the Gauls, SIG 402.5 (iii B.C.), etc.