Scaife ATLAS

CTS Library / Ἑρμότιμος ἢ Περὶ Αἱρέσεων

Ἑρμότιμος ἢ Περὶ Αἱρέσεων (5)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg063.perseus-grc2:5
Refs {'start': {'reference': '5', 'human_reference': 'Section 5'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἑρμότιμος

οὐδὲν ὅμοιον, Λυκῖνε, οὐδʼ ἔστι τὸ πρᾶγμα τοιοῦτον, οἷον σὺ εἰκάζεις, ὡς ὀλίγῳ χρόνῳ κατεργασθῆναι καὶ ἁλῶναι, οὐδʼ ἂν μυρίοι Ἀλέξανδροι προσβάλλωσιν· ἐπεὶ πολλοὶ ἂν οἱ ἀνιόντες ἦσαν. νῦν δὲ ἐνάρχονται μὲν οὐκ ὀλίγοι μάλα ἐρρωμένως καὶ προσέρχονται ἐπὶ ποσόν, οἱ μὲν ἐπὶ πάνυ ὀλίγον, οἱ δὲ ἐπὶ πλέον, ἐπειδὰν δὲ κατὰ μέσην τὴν ὁδὸν γένωνται πολλοῖς τοῖς ἀπόροις καὶ δυσχερέσιν ἐντυγχάνοντες ἀποδυσπετοῦσί τε καὶ ἀναστρέφουσιν ἀσθμαίνοντες καὶ ἱδρῶτι ῥεόμενοι, οὐ φέροντες τὸν κάματον. ὅσοι δʼ ἂν εἰς τέλος διακαρτερήσωσιν, οὗτοι πρὸς τὸ ἄκρον ἀφικνοῦνται καὶ τὸ ἀπʼ ἐκείνου εὐδαιμονοῦσι θαυμάσιόν τινα βίον τὸν λοιπὸν βιοῦντες, οἷον μύρμηκας ἀπὸ τοῦ ὕψους ἐπισκοποῦντές τινας τοὺς ἄλλους.

Λυκῖνος

παπαῖ, Ἑρμότιμε, ἡλίκους ἡμᾶς ἀποφαίνεις, οὐδὲ κατὰ τοὺς Πυγμαίους ἐκείνους, ἀλλὰ χαμαιπετεῖς

745
παντάπασιν ἐν χρῷ τῆς γῆς. εἰκότως· ὑψηλὰ γὰρ ἤδη φρονεῖς καὶ ἄνωθεν· ἡμεῖς δὴ συρφετὸς καὶ ὅσοι χαμαὶ ἐρχόμενοι ἐσμέν, μετὰ τῶν θεῶν καὶ ὑμᾶς προσευξόμεθα ὑπερνεφέλους γενομένους καὶ ἀνελθόντας οἷ πάλαι σπεύδετε.

Ἑρμότιμος

εἰ γὰρ γένοιτο καὶ ἀνελθεῖν, Λυκῖνε. ἀλλὰ πάμπολυ τὸ λοιπόν.

Tokens

Ἑρμότιμος 1 w 9
οὐδὲν 1 w 14
ὅμοιον 1 w 20
1 w 22
Λυκῖνε 1 w 28
οὐδʼ 1 w 33
ἔστι 1 w 37
τὸ 1 w 39
πρᾶγμα 1 w 45
τοιοῦτον 1 w 53
οἷον 1 w 58
σὺ 1 w 60
εἰκάζεις 1 w 68
ὡς 1 w 71
ὀλίγῳ 1 w 76
χρόνῳ 1 w 81
κατεργασθῆναι 1 w 94
καὶ 1 w 97
ἁλῶναι 1 w 103
οὐδʼ 2 w 108
ἂν 1 w 110
μυρίοι 1 w 116
Ἀλέξανδροι 1 w 126
προσβάλλωσιν 1 w 138
ἐπεὶ 1 w 143
πολλοὶ 1 w 149
ἂν 2 w 151
οἱ 1 w 153
ἀνιόντες 1 w 161
ἦσαν 1 w 165
νῦν 1 w 169
δὲ 2 w 171
ἐνάρχονται 1 w 181
μὲν 1 w 184
οὐκ 1 w 187
ὀλίγοι 1 w 193
μάλα 1 w 197
ἐρρωμένως 1 w 206
καὶ 2 w 209
προσέρχονται 1 w 221
ἐπὶ 1 w 224
ποσόν 1 w 229
οἱ 2 w 232
μὲν 2 w 235
ἐπὶ 2 w 238
πάνυ 1 w 242
ὀλίγον 1 w 248
οἱ 3 w 251
δὲ 3 w 253
ἐπὶ 3 w 256
πλέον 1 w 261
ἐπειδὰν 1 w 269
δὲ 4 w 271
κατὰ 1 w 275
μέσην 1 w 280
τὴν 1 w 283
ὁδὸν 1 w 287
γένωνται 1 w 295
πολλοῖς 1 w 302
τοῖς 1 w 306
ἀπόροις 1 w 313
καὶ 3 w 316
δυσχερέσιν 1 w 326
ἐντυγχάνοντες 1 w 339
ἀποδυσπετοῦσί 1 w 352
τε 4 w 354
καὶ 4 w 357
ἀναστρέφουσιν 1 w 370
ἀσθμαίνοντες 1 w 382
καὶ 5 w 385
ἱδρῶτι 1 w 391
ῥεόμενοι 1 w 399
οὐ 5 w 402
φέροντες 1 w 410
τὸν 1 w 413
κάματον 1 w 420
ὅσοι 1 w 425
δʼ 3 w 427
ἂν 3 w 429
εἰς 1 w 432
τέλος 1 w 437
διακαρτερήσωσιν 1 w 452
οὗτοι 1 w 458
πρὸς 1 w 462
τὸ 3 w 464
ἄκρον 1 w 469
ἀφικνοῦνται 1 w 480
καὶ 6 w 483
τὸ 4 w 485
ἀπʼ 1 w 488
ἐκείνου 1 w 495
εὐδαιμονοῦσι 1 w 507
θαυμάσιόν 1 w 516
τινα 1 w 520
βίον 1 w 524
τὸν 2 w 527
λοιπὸν 1 w 533
βιοῦντες 1 w 541
οἷον 2 w 546
μύρμηκας 1 w 554
ἀπὸ 1 w 557
τοῦ 2 w 560
ὕψους 1 w 565
ἐπισκοποῦντές 1 w 578
τινας 1 w 583
τοὺς 1 w 587
ἄλλους 1 w 593
Λυκῖνος 1 w 601
παπαῖ 1 w 606
2 w 608
Ἑρμότιμε 1 w 616
ἡλίκους 1 w 624
ἡμᾶς 1 w 628
ἀποφαίνεις 1 w 638
οὐδὲ 2 w 643
κατὰ 2 w 647
τοὺς 2 w 651
Πυγμαίους 1 w 660
ἐκείνους 1 w 668
ἀλλὰ 1 w 673
χαμαιπετεῖς 1 w 684
παντάπασιν 1 w 694
ἐν 3 w 696
χρῷ 1 w 699
τῆς 1 w 702
γῆς 1 w 705
εἰκότως 1 w 713
ὑψηλὰ 1 w 719
γὰρ 1 w 722
ἤδη 1 w 725
φρονεῖς 1 w 732
καὶ 7 w 735
ἄνωθεν 1 w 741
ἡμεῖς 1 w 747
δὴ 1 w 749
2 w 750
συρφετὸς 1 w 758
καὶ 8 w 761
ὅσοι 2 w 765
χαμαὶ 1 w 770
ἐρχόμενοι 1 w 779
ἐσμέν 1 w 784
μετὰ 1 w 789
τῶν 1 w 792
θεῶν 1 w 796
καὶ 9 w 799
ὑμᾶς 1 w 803
προσευξόμεθα 1 w 815
ὑπερνεφέλους 1 w 827
γενομένους 1 w 837
καὶ 10 w 840
ἀνελθόντας 1 w 850
οἷ 3 w 852
πάλαι 1 w 857
σπεύδετε 1 w 865
Ἑρμότιμος 2 w 875
εἰ 4 w 877
γὰρ 2 w 880
γένοιτο 1 w 887
καὶ 11 w 890
ἀνελθεῖν 1 w 898
3 w 900
Λυκῖνε 2 w 906
ἀλλὰ 2 w 911
πάμπολυ 1 w 918
τὸ 7 w 920
λοιπόν 1 w 926

Dictionary Citations

LSJ

ἡλίκος
3 how big, how great, Thphr. Char. 23.2, Crates Theb. 18, etc.; ὁρῶν ἡ. ἐστὶ Φίλιππος D. 6.6, cf. Pl. Chrm. 154b; freq. in expressions of wonder, θαυμάσιʼ ἡλίκα extraordinarily great, D. 19.24; θαυμαστὸν ἡλίκον Id. 24.122; μέγιστα ἡλίκα Luc. Merc.Cond. 13; also, how small, ἰδοὺ ἡλίκον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει Ep.Jac. 3.5; ἂν ἴδω γὰρ ἡλίκον ἰχθὺν ὅσου τιμῶσι Antiph. 166.6, cf. Luc. Herm. 5.
κατεργάζομαι
effect by labour, achieve, πρήγματα μεγάλα Hdt. 5.24; πᾶν S. El. 1022; μόρον . . ἐπαλλήλοιν χεροῖν Id. Ant. 57; ταῦθʼ ἁπινοεῖς Ar. Ec. 247; τὰ δυνατά Th. 4.65; τὰ πρὸς εὐδαιμονίαν Phld. Rh. 2.31 S.; μεγάλα μὲν ἐπινοεῖτε, ταχὺ δὲ κατεργάζεσθε X. Hier. 2.2; κ. εἰρήνην τινί And. 3.8; ἢν κατεργάσῃ if you do the job, Ar. Eq. 933: pf. κατείργασμαι, μέγιστα ἔργα X. Mem. 3.5.11: in pass. sense, to have been effected or achieved, Hdt. 1.123, 141, 4.66, E. IT 1081, etc.; κατειργασμένη ὠφέλεια Antipho 2.1.4; ἐλθεῖν ἐπὶ κατειργασμένοις Lys. 31.9: aor. - ειργάσθην Luc. Herm. 5.
ὑπερνέφελος
above the clouds, Luc. Icar. 2, Herm. 5; [ πόλις] μικροῦ ὑ. Poll. 9.20.
χαμαί
2 ἐσλὸν χ. σιγᾷ καλύψαι to bury in silence underground, Pi. N. 9.7; χ. ἐρχόμενοι cleaving to earth, Luc. Herm. 5, Icar. 6; ὁ χ. βίος Metrod. Fr. 38.
χρώς
2 ἐν χροΐ, or ἐν χρῷ, close to the skin, ἐν χροΐ κείρειν to shave close, Hdt. 4.175; ἐν χρῷ κεκαρμένοι X. HG 1.7.8; ἐν χρῷ κουριῶντας Pherecr. 30:—metaph., to the quick, ξυρεῖ γὰρ ἐν χρῷ τοῦτο S. Aj. 786; ἐν χρῷ παραπλεῖν sail past so as to shave or graze, Th. 2.84; τὴν μάχην συνάψαι ἐν χρῷ to fight at close quarters, Plu. Thes. 27; ἡ ἐν χρῷ συνουσία close acquaintance, Luc. Ind. 3: c. gen., ἐν χρῷ τινος close to, hard by a person or thing, τοῦ θώρακος (v.l. σώματος) Plu. Alex. fort. 2.345a; τῆς γῆς Fac.lun. ib. 925b, Luc. Herm. 5: abs., ἐν χρῷ near at hand, Id. Hist.Conscr. 24, al.; cf. EM 313.53, Hsch.