Scaife ATLAS

CTS Library / Ὑπὲρ τῶν Εἰκόνων

Ὑπὲρ τῶν Εἰκόνων (3)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg040.perseus-grc2:3
Refs {'start': {'reference': '3', 'human_reference': 'Section 3'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Πολύστρατος

τὸ δὲ οὐχ οὕτως ἔχει· πολλοῦ γὰρ ἂν ἔπαινος ἦν τίμιος, εἴ τι καὶ ἔργον αὐτοῦ ἀπολαῦσαι δυνατὸν ἦν ἐκ τῆς τοιαύτης ὑπερβολῆς. νῦν δὲ ὅμοιόν μοι δοκοῦσιν, ἔφη, πάσχειν, ὥσπερ ἂν εἴ τινι ἀμόρφῳ προσωπεῖον εὔμορφον ἐπιθείη τις φέρων, δὲ μέγα ἐπὶ τῷ κάλλει φρονοίη, καὶ ταῦτα περιαιρετῷ ὄντι καὶ ὑπὸ τοῦ τυχόντος συντριβῆναι δυναμένῳ, ὅτε καὶ γελοιότερος ἂν γένοιτο αὐτοπρόσωπος φανείς, οἷος ὢν ὑφʼ οἵῳ κέκρυπτο· καὶ νὴ Δίʼ εἴ τις ὑποδησάμενος κοθόρνους μικρὸς αὐτὸς ὢν ἐρίζοι περὶ μεγέθους τοῖς ἀπὸ τοῦ ἰσοπέδου ὅλῳ πήχει ὑπερέχουσιν.

Tokens

Πολύστρατος 1 w 11
τὸ 1 w 13
δὲ 1 w 15
οὐχ 1 w 18
οὕτως 1 w 23
ἔχει 1 w 27
πολλοῦ 1 w 34
γὰρ 1 w 37
ἂν 1 w 39
1 w 40
ἔπαινος 1 w 47
ἦν 1 w 49
τίμιος 1 w 55
εἴ 1 w 58
τι 1 w 60
καὶ 1 w 63
ἔργον 1 w 68
αὐτοῦ 1 w 73
ἀπολαῦσαι 1 w 82
δυνατὸν 1 w 89
ἦν 2 w 91
ἐκ 1 w 93
τῆς 1 w 96
τοιαύτης 1 w 104
ὑπερβολῆς 1 w 113
νῦν 1 w 117
δὲ 2 w 119
ὅμοιόν 1 w 125
μοι 2 w 128
δοκοῦσιν 1 w 136
ἔφη 1 w 140
πάσχειν 1 w 148
ὥσπερ 1 w 154
ἂν 2 w 156
εἴ 2 w 158
τινι 1 w 162
ἀμόρφῳ 1 w 168
προσωπεῖον 1 w 178
εὔμορφον 1 w 186
ἐπιθείη 1 w 193
τις 1 w 196
φέρων 1 w 201
2 w 203
δὲ 3 w 205
μέγα 1 w 209
ἐπὶ 1 w 212
τῷ 1 w 214
κάλλει 1 w 220
φρονοίη 1 w 227
καὶ 2 w 231
ταῦτα 1 w 236
περιαιρετῷ 1 w 246
ὄντι 1 w 250
καὶ 3 w 253
ὑπὸ 1 w 256
τοῦ 2 w 259
τυχόντος 1 w 267
συντριβῆναι 1 w 278
δυναμένῳ 1 w 286
ὅτε 1 w 290
καὶ 4 w 293
γελοιότερος 1 w 304
ἂν 3 w 306
γένοιτο 1 w 313
αὐτοπρόσωπος 1 w 325
φανείς 1 w 331
οἷος 1 w 336
ὢν 1 w 338
ὑφʼ 1 w 341
οἵῳ 1 w 344
κέκρυπτο 1 w 352
1 w 354
καὶ 5 w 357
νὴ 1 w 359
Δίʼ 1 w 362
εἴ 3 w 364
τις 2 w 367
ὑποδησάμενος 1 w 379
κοθόρνους 1 w 388
μικρὸς 1 w 394
αὐτὸς 1 w 399
ὢν 2 w 401
ἐρίζοι 1 w 407
περὶ 1 w 411
μεγέθους 1 w 419
τοῖς 1 w 423
ἀπὸ 1 w 426
τοῦ 3 w 429
ἰσοπέδου 1 w 437
ὅλῳ 1 w 440
πήχει 1 w 445
ὑπερέχουσιν 1 w 456

Dictionary Citations

LSJ

αὐτοπρόσωπος
in oneʼs own person, without a mask, of an actor, Ath. 10.452f, cf. Jul. Mis. 367b; αὐ. φανῆναι Luc. Pr.Im. 3; αὐ. ὁρᾶν τὸ κάλλος Id. Tim. 27; λέγειν Id. JTr. 29; speaking in oneʼs own person, Sch. Il. Oxy. 1086.64, al.; συγγράμματα αὐ. in which the author speaks in his own person, Ammon. in Cat. 4.16; cf. αὐτοδιήγητος. Adv. -πως, θεσπίσαι Ph. 2.208; εἰσάγειν τοὺς κωμῳδουμένους Hermog. Stat. 11 (v.l. -πους) ; ὑποκρινόμενος Him. Ecl. 2.21; ἀντεπιστεῖλαι CPR 20 ii 5 (iii A. D.).
περιαιρετός
that may be taken off, removable, ἅπαν [τὸ χρυσίον] Th. 2.13; κόσμος Paus. 1.25.7; προσωπεῖον Luc. Pr.Im. 3, cf. Plu. Vit. aer. al. 2.828b.