Scaife ATLAS

CTS Library / Εἰκόνες

Εἰκόνες (8)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg039.perseus-grc2:8
Refs {'start': {'reference': '8', 'human_reference': 'Section 8'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Λυκῖνος

μᾶλλον δὲ τὸν ἄριστον τῶν γραφέων Ὅμηρον παρόντος Εὐφράνορος καὶ Ἀπελλοῦ δεδέγμεθα· οἷον γάρ τι τοῖς Μενελάου μηροῖς τὸ χρῶμα ἐκεῖνος ἐπέβαλεν ἐλέφαντι εἰκάσας ἠρέμα πεφοινιγμένῳ, τοιόνδε ἔστω τὸ πᾶν· δʼ αὐτὸς οὗτος καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς γραψάτω βοῶπίν τινα ποιήσας αὐτήν. συνεπιλήψεται δὲ τοῦ ἔργου αὐτῷ καὶ Θηβαῖος ποιητής, ὡς ἰοβλέφαρον[*] ἐξεργάσασθαι· καὶ φιλομειδῆ δὲ Ὅμηρος ποιήσει καὶ λευκώλενον καὶ ῥοδοδάκτυλον, καὶ ὅλως τῇ χρυσῇ Ἀφροδίτῃ εἰκάσει πολὺ δικαιότερον τὴν τοῦ Βρισέως.

Tokens

Λυκῖνος 1 w 7
μᾶλλον 1 w 13
δὲ 1 w 15
τὸν 1 w 18
ἄριστον 1 w 25
τῶν 1 w 28
γραφέων 1 w 35
Ὅμηρον 1 w 41
παρόντος 1 w 49
Εὐφράνορος 1 w 59
καὶ 1 w 62
Ἀπελλοῦ 1 w 69
δεδέγμεθα 1 w 78
οἷον 1 w 83
γάρ 1 w 86
τι 1 w 88
τοῖς 1 w 92
Μενελάου 1 w 100
μηροῖς 1 w 106
τὸ 2 w 108
χρῶμα 1 w 113
ἐκεῖνος 1 w 120
ἐπέβαλεν 1 w 128
ἐλέφαντι 1 w 136
εἰκάσας 1 w 143
ἠρέμα 1 w 148
πεφοινιγμένῳ 1 w 160
τοιόνδε 1 w 168
ἔστω 1 w 172
τὸ 3 w 174
πᾶν 1 w 177
1 w 179
δʼ 1 w 181
αὐτὸς 1 w 186
οὗτος 1 w 191
καὶ 2 w 194
τοὺς 1 w 198
ὀφθαλμοὺς 1 w 207
γραψάτω 1 w 214
βοῶπίν 1 w 220
τινα 1 w 224
ποιήσας 1 w 231
αὐτήν 1 w 236
συνεπιλήψεται 1 w 250
δὲ 2 w 252
τοῦ 1 w 255
ἔργου 1 w 260
αὐτῷ 1 w 264
καὶ 3 w 267
2 w 268
Θηβαῖος 1 w 275
ποιητής 1 w 282
ὡς 1 w 285
ἰοβλέφαρον 1 w 295
ἰοβλέφρον 1 w 304
du 1 w 306
Soul 1 w 310
τὸ 5 w 313
βλέφαρον 2 w 321
MSS 1 w 324
ἐξεργάσασθαι 1 w 337
καὶ 4 w 341
φιλομειδῆ 1 w 350
δὲ 3 w 352
Ὅμηρος 1 w 358
ποιήσει 1 w 365
καὶ 5 w 368
λευκώλενον 1 w 378
καὶ 6 w 381
ῥοδοδάκτυλον 1 w 393
καὶ 7 w 397
ὅλως 1 w 401
τῇ 1 w 403
χρυσῇ 1 w 408
Ἀφροδίτῃ 1 w 416
εἰκάσει 1 w 423
πολὺ 1 w 427
δικαιότερον 1 w 438
1 w 439
τὴν 1 w 442
τοῦ 2 w 445
Βρισέως 1 w 452

Dictionary Citations

LSJ

ἰοβλέφαρος
violet-eyed, Pi. Fr. 307; Χάριτες, Μοῦσαι, B. 18.5, 8.3, cf. Man. 5.145, Luc. Im. 8.
συνεπιλαμβάνω
2 σ. τινί τινος take part with or assist one in a thing, σ. τινὶ τοῦ ἔργου Luc. Prom. 13, cf. Im. 8; σ. τισὶ σωτηρίας help them towards it, Plb. 11.24.8, etc.; σ. τισὶ τοῦ φόβου contribute towards increasing their fear, Th. 6.70: c. dat. pers. only, take part with, support, Id. 3.74, Plb. 5.90.2, etc.; συνεπιλαβοῦ (sc. αὐτῷ) ἵνα κομίσηται help him to recover (the money), PCair.Zen. 553.9 (iii B.C.); συνεπιλαβόμενος τοῦ ἐντυχεῖν αὐτὸν Ἀπολλωνίῳ τὴν ταχίστην PMich.Zen. 23.7 (iii B.C.).
φιλομμειδής
laughter-loving, epith. of Aphrodite, Od. 8.362, Il. 3.424, Cypr. Fr. 5, Hes. Th. 989; Γλαυκονόμη φ. ib. 256; μήτε φ. μάλα γίγνεο Naumach. ap. Stob. 4.23.7: of Dionysus, AP 9.524.22, in the form φιλομειδής also found in prose, Corn. ND 24, Luc. Im. 8, Aret. CA 2.3. Cf.sq.