Scaife ATLAS

CTS Library / Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδόμαντις

Ἀλέξανδρος ἢ Ψευδόμαντις (59)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg038.perseus-grc2:59
Refs {'start': {'reference': '59', 'human_reference': 'Section 59'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

προειπὼν δὲ διὰ χρησμοῦ περὶ αὑτοῦ ὅτι ζῆσαι εἵμαρται αὐτῷ ἔτη πεντήκοντα καὶ ἑκατόν, εἶτα κεραυνῷ βληθέντα ἀποθανεῖν, οἰκτίστῳ τέλει οὐδὲ ἑβδομήκοντα ἔτη γεγονὼς ἀπέθανεν, ὡς Ποδαλειρίου υἱὸς διασαπεὶς τὸν πόδα μέχρι τοῦ βουβῶνος καὶ σκωλήκων ζέσας· ὅτεπερ καὶ ἐφωράθη φαλακρὸς ὤν, παρέχων τοῖς ἰατροῖς ἐπιβρέχειν αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν διὰ τὴν ὀδύνην, οὐκ ἂν ποιῆσαι ἐδύναντο μὴ οὐχὶ τῆς φενάκης ἀφῃρημένης.

Tokens

προειπὼν 1 w 8
δὲ 1 w 10
διὰ 1 w 13
χρησμοῦ 1 w 20
περὶ 1 w 24
αὑτοῦ 1 w 29
ὅτι 1 w 32
ζῆσαι 1 w 37
εἵμαρται 1 w 45
αὐτῷ 1 w 49
ἔτη 1 w 52
πεντήκοντα 1 w 62
καὶ 1 w 65
ἑκατόν 1 w 71
εἶτα 1 w 76
κεραυνῷ 1 w 83
βληθέντα 1 w 91
ἀποθανεῖν 1 w 100
οἰκτίστῳ 1 w 109
τέλει 1 w 114
οὐδὲ 1 w 118
ἑβδομήκοντα 1 w 129
ἔτη 2 w 132
γεγονὼς 1 w 139
ἀπέθανεν 1 w 147
ὡς 1 w 150
Ποδαλειρίου 1 w 161
υἱὸς 1 w 165
διασαπεὶς 1 w 174
τὸν 1 w 177
πόδα 1 w 181
μέχρι 1 w 186
τοῦ 2 w 189
βουβῶνος 1 w 197
καὶ 2 w 200
σκωλήκων 1 w 208
ζέσας 1 w 213
ὅτεπερ 1 w 220
καὶ 3 w 223
ἐφωράθη 1 w 230
φαλακρὸς 1 w 238
ὤν 1 w 240
παρέχων 1 w 248
τοῖς 1 w 252
ἰατροῖς 1 w 259
ἐπιβρέχειν 1 w 269
αὐτοῦ 1 w 274
τὴν 1 w 277
κεφαλὴν 1 w 284
διὰ 2 w 287
τὴν 2 w 290
ὀδύνην 1 w 296
1 w 298
οὐκ 1 w 301
ἂν 1 w 303
ποιῆσαι 1 w 310
ἐδύναντο 1 w 318
μὴ 1 w 320
οὐχὶ 1 w 324
τῆς 1 w 327
φενάκης 1 w 334
ἀφῃρημένης 1 w 344

Dictionary Citations

LSJ

διασήπω
cause to putrefy, χρῶτα Str. 15.1.37, cf. Dsc. 2.173, Gal. 18(2).455; τοῦ κακοῦ -σήψαντος τὰ οὖλα Ael. NA 9.62:—freq. in Pass., with pf. διασέσηπα, putrefy, Thphr. HP 5.7.5, Luc. Luct. 18; διασαπεὶς τὸν πόδα Id. Alex. 59.
ζέω
4 boil up or over with a thing, λίμνη ζέουσα ὕδατος καὶ πηλοῦ Pl. Phd. 113a; πίθος ζ. [οἴνου] Thphr. HP 9.17.3; πεδία ζείοντʼ Ἀγαρηνῶν boiling, teeming with . . , APl. 16.39 ( Arab.); of persons, ζ. σκωλήκων Luc. Alex. 59: c. dat., ζ. φθειρί Id. Sat. 26; ζ. φλογμῷ Lyc. 690; θάλαττα αἵματι καὶ ῥοθίῳ ζέουσα Aristid. 1.142J.
πούς
foot, both of men and beasts, Il. 7.212, 8.339 (both pl.), etc.; in pl., also, a birdʼs talons, Od. 15.526; arms or feelers of a polypus, Hes. Op. 524: properly the foot from the ankle down wards, Il. 17.386; ταρσὸς ποδός 11.377, 388; ξύλινος π., of an artificial foot, Hdt. 9.37: but also of the leg with the foot, as χείρ for the arm and hand, Il. 23.772, Od. 4.149, Luc. Alex. 59.
φενάκη
false hair, wig, Luc. Alex. 59, DMeretr. 11.3.