Scaife ATLAS

CTS Library / Ῥητόρων Διδάσκαλος

Ῥητόρων Διδάσκαλος (19)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg037.perseus-grc2:19
Refs {'start': {'reference': '19', 'human_reference': 'Section 19'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

ἢν δέ ποτε καὶ ᾆσαι καιρὸς εἶναι δοκῇ, πάντα σοι ᾀδέσθω καὶ μέλος γιγνέσθω. κἄν ποτε ἀπορήσῃς πράγματος ᾠδικοῦ, τοὺς ἄνδρας τοὺς δικαστὰς ὀνομάσας ἐμμελῶς πεπληρωκέναι οἴου τὴν ἁρμονίαν. τὸ δὲ οἴμοι τῶν κακῶν πολλάκις, καὶ μηρὸς πατασσέσθω, καὶ λαρύγγιζε καὶ ἐπιχρέμπτου τοῖς λεγομένοις καὶ βάδιζε μεταφέρων τὴν πυγήν. καὶ ἢν μέν σε μὴ ἐπαινῶσιν, ἀγανάκτει καὶ λοιδοροῦ αὐτοῖς· ἢν δὲ ὀρθοὶ ἑστήκωσιν ὑπὸ τῆς αἰσχύνης ἤδη πρὸς τὴν ἔξοδον ἕτοιμοι, καθέζεσθαι κέλευε, καὶ ὅλως τυραννὶς τὸ πρᾶγμα ἔστω.

Tokens

ἢν 1 w 2
δέ 1 w 4
ποτε 1 w 8
καὶ 1 w 11
ᾆσαι 1 w 15
καιρὸς 1 w 21
εἶναι 1 w 26
δοκῇ 1 w 30
πάντα 1 w 36
σοι 1 w 39
ᾀδέσθω 1 w 45
καὶ 2 w 48
μέλος 1 w 53
γιγνέσθω 1 w 61
κἄν 1 w 65
ποτε 2 w 69
ἀπορήσῃς 1 w 77
πράγματος 1 w 86
ᾠδικοῦ 1 w 92
τοὺς 1 w 97
ἄνδρας 1 w 103
τοὺς 2 w 107
δικαστὰς 1 w 115
ὀνομάσας 1 w 123
ἐμμελῶς 1 w 130
πεπληρωκέναι 1 w 142
οἴου 1 w 146
τὴν 1 w 149
ἁρμονίαν 1 w 157
τὸ 1 w 160
δὲ 1 w 162
οἴμοι 1 w 167
τῶν 1 w 170
κακῶν 1 w 175
πολλάκις 1 w 183
καὶ 3 w 187
1 w 188
μηρὸς 1 w 193
πατασσέσθω 1 w 203
καὶ 4 w 207
λαρύγγιζε 1 w 216
καὶ 5 w 219
ἐπιχρέμπτου 1 w 230
τοῖς 1 w 234
λεγομένοις 1 w 244
καὶ 6 w 247
βάδιζε 1 w 253
μεταφέρων 1 w 262
τὴν 2 w 265
πυγήν 1 w 270
καὶ 7 w 274
ἢν 2 w 276
μέν 2 w 279
σε 1 w 281
μὴ 1 w 283
ἐπαινῶσιν 1 w 292
ἀγανάκτει 1 w 302
καὶ 8 w 305
λοιδοροῦ 1 w 313
αὐτοῖς 1 w 319
ἢν 3 w 322
δὲ 2 w 324
ὀρθοὶ 1 w 329
ἑστήκωσιν 1 w 338
ὑπὸ 1 w 341
τῆς 1 w 344
αἰσχύνης 1 w 352
ἤδη 1 w 355
πρὸς 1 w 359
τὴν 3 w 362
ἔξοδον 1 w 368
ἕτοιμοι 1 w 375
καθέζεσθαι 1 w 386
κέλευε 1 w 392
καὶ 9 w 396
ὅλως 1 w 400
τυραννὶς 1 w 408
τὸ 2 w 410
πρᾶγμα 1 w 416
ἔστω 1 w 420

Dictionary Citations

LSJ

ἐπιχρέμπτομαι
punctuate with spitting, τοῖς λεγομένοις Luc. Rh. Pr. 19.
πατάσσω
II strike, smite, [ξίφος] πάταξον εἰς ἄκρον πόδα S. Ph. 748 ; πρὸς κίονα νῶτον π. E. HF 1007 : c. acc. cogn., π. πληγήν Pl. Grg. 527c, cf. Lg. 879e : abs., or with acc. of person or thing struck, ὁ πατάξας the man who struck the blow, Antipho 4.3.4, Th. 8.92 ; ἐὰν μὲν τὸν ἄρχοντα πατάξῃ τις D. 21.33 ; of a deadly blow, ἐὰν λίθος . . ἢ σίδηρος πατάξῃ Id. 23.76 ; sting, of a bee, Ach.Tat. 2.7 ; of lightning, strike, Arist. l.c. ; π. τινὰ δορί E. Ph. 1463 ; πύξ Ar. Ra. 548, cf. Eq. 1130 (lyr.) : freq. in phrase πατάξαι θύραν, v. θύρα :— Pass., ὁ μηρὸς πατασσέσθω Luc. Rh.Pr. 19.