Scaife ATLAS

CTS Library / Ῥητόρων Διδάσκαλος

Ῥητόρων Διδάσκαλος (17)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg037.perseus-grc2:17
Refs {'start': {'reference': '17', 'human_reference': 'Section 17'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

μέτει[*] δὲ ἀπόρρητα καὶ ξένα ῥήματα, σπανιάκις ὑπὸ τῶν πάλαι εἰρημένα, καὶ ταῦτα συμφορήσας ἀποτόξευε προχειριζόμενος εἰς τοὺς προσομιλοῦντας. οὕτω γάρ σε λεὼς πολὺς ἀποβλέψονται καὶ θαυμαστὸν ὑπολήψονται καὶ τὴν παιδείαν ὑπὲρ αὐτούς, εἰ ἀποστλεγγίσασθαι τὸ ἀποξύσασθαι λέγοις, τὸ δὲ ἡλίῳ θέρεσθαι εἱληθερεῖσθαι, τὸν ἀρραβῶνα δὲ προνόμιον, τὸν ὄρθρον δὲ ἀκροκνεφές. ἐνίοτε δὲ καὶ αὐτὸς ποίει καινὰ καὶ ἀλλόκοτα ὀνόματα καὶ νομοθέτει τὸν μὲν ἑρμηνεῦσαι δεινὸν εὔλεξιν καλεῖν, τὸν συνετὸν σοφόνουν, τὸν ὀρχηστὴν δὲ χειρίσοφον. ἂν σολοικίσῃς δὲ βαρβαρίσῃς, ἓν ἔστω φάρμακον ἀναισχυντία, καὶ πρόχειρον εὐθὺς ὄνομα οὔτε ὄντος τινὸς οὔτε γενομένου ποτέ, ποιητοῦ συγγραφέως, ὃς οὕτω λέγειν ἐδοκίμαζε σοφὸς ἀνὴρ καὶ τὴν φωνὴν εἰς τὸ ἀκρότατον ἀπηκριβωμένος. ἀλλὰ καὶ ἀναγίγνωσκε τὰ παλαιὰ μὲν μὴ σύ γε, μηδὲ εἴ τι λῆρος Ἰσοκράτης χαρίτων ἄμοιρος Δημοσθένης ψυχρὸς Πλάτων, ἀλλὰ τοὺς τῶν ὀλίγον πρὸ ἡμῶν λόγους καὶ ἅς φασι

v.4.p.158
ταύτας μελέτας, ὡς ἔχῃς ἀπʼ ἐκείνων ἐπισιτισάμενος ἐν καιρῷ καταχρῆσθαι καθάπερ ἐκ ταμιείου προαιρῶν.

Tokens

μέτει 1 w 5
μέτει 2 w 10
Bekker 1 w 16
μετὰ 1 w 21
MSS 1 w 24
δὲ 1 w 27
ἀπόρρητα 1 w 35
καὶ 1 w 38
ξένα 1 w 42
ῥήματα 1 w 48
σπανιάκις 1 w 58
ὑπὸ 1 w 61
τῶν 1 w 64
πάλαι 1 w 69
εἰρημένα 1 w 77
καὶ 2 w 81
ταῦτα 1 w 86
συμφορήσας 1 w 96
ἀποτόξευε 1 w 105
προχειριζόμενος 1 w 120
εἰς 1 w 123
τοὺς 1 w 127
προσομιλοῦντας 1 w 141
οὕτω 1 w 146
γάρ 1 w 149
σε 1 w 151
1 w 152
λεὼς 1 w 156
2 w 157
πολὺς 1 w 162
ἀποβλέψονται 1 w 174
καὶ 3 w 177
θαυμαστὸν 1 w 186
ὑπολήψονται 1 w 197
καὶ 4 w 200
τὴν 1 w 203
παιδείαν 1 w 211
ὑπὲρ 1 w 215
αὐτούς 1 w 221
εἰ 3 w 224
ἀποστλεγγίσασθαι 1 w 240
τὸ 2 w 242
ἀποξύσασθαι 1 w 253
λέγοις 1 w 259
τὸ 3 w 262
δὲ 2 w 264
ἡλίῳ 1 w 268
θέρεσθαι 1 w 276
εἱληθερεῖσθαι 1 w 289
τὸν 2 w 293
ἀρραβῶνα 1 w 301
δὲ 3 w 303
προνόμιον 1 w 312
τὸν 3 w 316
ὄρθρον 1 w 322
δὲ 4 w 324
ἀκροκνεφές 1 w 334
ἐνίοτε 1 w 341
δὲ 5 w 343
καὶ 5 w 346
αὐτὸς 1 w 351
ποίει 1 w 356
καινὰ 1 w 361
καὶ 6 w 364
ἀλλόκοτα 1 w 372
ὀνόματα 1 w 379
καὶ 7 w 382
νομοθέτει 1 w 391
τὸν 4 w 394
μὲν 1 w 397
ἑρμηνεῦσαι 1 w 407
δεινὸν 1 w 413
εὔλεξιν 1 w 420
καλεῖν 1 w 426
τὸν 5 w 430
συνετὸν 1 w 437
σοφόνουν 1 w 445
τὸν 7 w 449
ὀρχηστὴν 1 w 457
δὲ 6 w 459
χειρίσοφον 1 w 469
ἂν 1 w 472
σολοικίσῃς 1 w 482
δὲ 7 w 484
1 w 485
βαρβαρίσῃς 1 w 495
ἓν 1 w 498
ἔστω 1 w 502
φάρμακον 1 w 510
2 w 511
ἀναισχυντία 1 w 522
καὶ 8 w 526
πρόχειρον 1 w 535
εὐθὺς 1 w 540
ὄνομα 1 w 545
οὔτε 1 w 549
ὄντος 1 w 554
τινὸς 1 w 559
οὔτε 2 w 563
γενομένου 1 w 572
ποτέ 1 w 576
2 w 578
ποιητοῦ 1 w 585
3 w 586
συγγραφέως 1 w 596
ὃς 1 w 599
οὕτω 2 w 603
λέγειν 1 w 609
ἐδοκίμαζε 1 w 618
σοφὸς 1 w 623
ἀνὴρ 1 w 627
καὶ 9 w 630
τὴν 3 w 633
φωνὴν 1 w 638
εἰς 2 w 641
τὸ 11 w 643
ἀκρότατον 1 w 652
ἀπηκριβωμένος 1 w 665
ἀλλὰ 1 w 670
καὶ 10 w 673
ἀναγίγνωσκε 1 w 684
τὰ 2 w 686
παλαιὰ 1 w 692
μὲν 2 w 695
μὴ 1 w 697
σύ 1 w 699
γε 3 w 701
μηδὲ 1 w 706
εἴ 1 w 708
τι 2 w 710
3 w 711
λῆρος 1 w 716
Ἰσοκράτης 1 w 725
4 w 726
4 w 727
χαρίτων 1 w 734
ἄμοιρος 1 w 741
Δημοσθένης 1 w 751
5 w 752
5 w 753
ψυχρὸς 1 w 759
Πλάτων 1 w 765
ἀλλὰ 2 w 770
τοὺς 2 w 774
τῶν 2 w 777
ὀλίγον 1 w 783
πρὸ 1 w 786
ἡμῶν 1 w 790
λόγους 1 w 796
καὶ 11 w 799
ἅς 1 w 801
φασι 1 w 805
ταύτας 1 w 811
μελέτας 1 w 818
ὡς 1 w 821
ἔχῃς 1 w 825
ἀπʼ 1 w 828
ἐκείνων 1 w 835
ἐπισιτισάμενος 1 w 849
ἐν 2 w 851
καιρῷ 1 w 856
καταχρῆσθαι 1 w 867
καθάπερ 1 w 874
ἐκ 2 w 876
ταμιείου 1 w 884
προαιρῶν 1 w 892

Dictionary Citations

LSJ

ἀκροκνέφαιος
at beginning of night, in twilight, Hes. Op. 567:—also ἀκρο-κνεφής, ές, of morning twilight, Luc. Lex. 11, Id. Rh.Pr. 17; cf. ἀκρόκνεφα· πρὸς ὄρθρον, Hsch.
ἀποστλεγγίζω
scrape with a στλεγγίς (q.v.), Philostr. Gym. 18, 51: — Med., scrape oneself clean, X. Oec. 11.18; pf. part. Pass. ἀπεστλεγγισμένοι scraped clean, fresh from the bath, Ar. Eq. 580; -ισάμενοι Arist. Pr. 867b4; censured as archaic by Luc. Rh.Pr. 17.
ἀποτοξεύω
shoot off arrows, ἀπὸ δένδρων D.C. 37.2: metaph., shoot off like an arrow, ῥηματίσκια Pl. Tht. 180a, cf. Luc. Rh.Pr. 17:— Pass., Id. Prom.Es 2.
βαρβαρίζω
behave or speak like a barbarian, Hdt. 2.57, Philostr. VA 1.21, Arr. An. 7.6.5; speak broken Greek, speak gibberish, Pl. Tht. 175d codd. (sed leg. βατταρίζων) ; βαρβαριζόντων ἑτεροφώνων Phld. Po. 994.6; violate the laws of speech, commit barbarisms, τῇ λέξει β. Arist. SE 165b21, cf. Plb. 39.1.7, Str. 14.2.28, Luc. Rh.Pr. 17, 23, etc.; distd. from σολοικίζω, Phld. Rh. 1.154 S.
εἱληθερέω
bask in the sun, Hp. Morb. 2.68, 70, Xenarch. 4.5, Philostr. Gym. 58:— Med., Luc. Rh.Pr. 17.
εὔλεξις
with good choice of words, ridiculed by Luc. Lex. 1, Rh.Pr. 17.
λῆρος
II Adj., silly, ποιητής Luc. Gall. 6, cf. Rh.Pr. 17. Adv. - ρως Tz. H. 13.337. (Perh. derived fr. sq.)
μελέτη
2 theme, lecture, Str. 1.2.2, Plu. Aud. 2.41d, Luc. Rh.Pr. 17; declamation, μελέτῃσί τʼ ἄριστον IG 3.625; τὰς μ. μισθοῦ ποιεῖσθαι Philostr. VS 1.21.5.
πολύς
b οἱ π. the many, i.e. the greater number, Ἀθηναῖοι . . ἀπῆλθον οἱ πολλοί Th. 1.126, cf. 3.32, etc. (so in sg., ὁ πολλὸς λόγος the prevailing report, Hdt. 1.75); τοῖς π. κριταῖς S. Aj. 1243: with gen., τοῖς π. βροτῶν ib. 682; οἱ π. τῶν ἀνθρώπων X. Cyr. 8.2.24; οἱ πολλοὶ ἅπαντες far the most, Hp. Aër. 20 (v.l. μάλιστα for ἅπαντες); for τὰ πολλὰ πάντα, v. infr. III.1a: hence οἱ πολλοί the people, the commonalty, opp. οἱ μείζω κεκτημένοι, Th. 1.6; opp. οἱ κομψότεροι, Pl. R. 505b; οἱ π., = Lat. plebs, D.S. 20.36; τῶν πολλῶν εἷς one of the multitude, D. 21.96; also ὁ π. λεώς Luc. JTr. 53, cf. Rh.Pr. 17; ὁ π. ὅμιλος Id. Luct. 2. Hdn. 1.1.1, etc.; ὁ π. δῆμος Luc. Apol. 15; ὁ π. ὄχλος Ph. 2.4; ὁ π. alone, = vulgus, v.l. in D.S. 2.29; the ordinary man, Epicur. Fr. 478, Phld. Rh. 2.154S.; νίμμα ὁ π. λέγει, ἡμεῖς ἀπόνιπτρον λέγομεν Phryn. 170, cf.369; ὁ ἐμπαθὴς καὶ π. ἄνθρωπος ‘lʼhomme moyen sensuel’, Herm. in Phdr. p.146A.; ὁ π. ἄνθρωπος (with pl. Verb) the average man, opp. τὸ ἐξαίρετον, Eun. Hist. p.216 D.
προαιρέω
bring forth, produce from oneʼs stores, προαιρούσαις λαθεῖν (prob. l.) ἄλφιτον, ἔλαιον κτλ. Ar. Th. 419; ἰσχάδας Pherecr. 68; τὸν σῖτον . . ἐντεῦθεν προαιροῦντας πωλεῖν Th. 8.90; ἐκ τοῦ ταμιείου Thphr. Char. 4.6, cf. Men. Sam. 15, Luc. Rh.Pr. 17, Babr. 1.c.
προνόμιον
2 earnest-money, Luc. Rh.Pr. 17.
σοφόνοος
wise-minded, Luc. Rh.Pr. 17.
σπανιάκις
Luc. Rh.Pr. 17, Hermog. Inv. 3.5, A.D. Pron. 47.3, Ar.Byz. Epit. 30.10.
χειρόσοφος
skilled with the hands, esp. gesticulating well, Luc. Rh.Pr. 17, Lex. 14, Lesbon. ap. eund. Salt. 69:— χειρίσοφος is a f.l.