Scaife ATLAS

CTS Library / Ῥητόρων Διδάσκαλος

Ῥητόρων Διδάσκαλος (15)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg037.perseus-grc2:15
Refs {'start': {'reference': '15', 'human_reference': 'Section 15'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next

λέξω δὲ πρῶτον μὲν ὁπόσα χρὴ αὐτόν σε οἴκοθεν ἔχοντα ἥκειν ἐφόδια πρὸς τὴν πορείαν καὶ ὅπως ἐπισιτίσασθαι, ὡς ἂν τάχιστα διανύσαι δυνηθείης. ἔπειτα καὐτὸς μὲν προϊόντι ἐπιδεικνὺς κατὰ τὴν ὁδόν, δὲ καὶ παραινῶν, πρὶν ἥλιον δῦναι ῥήτορά σε ὑπὲρ τοὺς πάντας ἀποφανῶ, οἷος αὐτός εἰμι, ἀναμφιλέκτως τὰ

v.4.p.154
πρῶτα καὶ μέσα καὶ τελευταῖα τῶν λέγειν ἐπιχειρούντων.

κόμιζε τοίνυν τὸ μέγιστον μὲν τὴν ἀμαθίαν, εἶτα θράσος, ἐπὶ τούτοις δὲ τόλμαν καὶ ἀναισχυντίαν. αἰδῶ δὲ ἐπιείκειαν μετριότητα ἐρύθημα οἴκοι ἀπόλιπε· ἀχρεῖα γὰρ καὶ ὑπεναντία τῷ πράγματι. ἀλλὰ καὶ βοὴν ὅτι μεγίστην καὶ μέλος ἀναίσχυντον καὶ βάδισμα οἷον τὸ ἐμόν. ταῦτα δὲ ἀναγκαῖα πάνυ καὶ μόνα ἔστιν ὅτε ἱκανά. καὶ ἐσθὴς δὲ ἔστω εὐανθὴς [*] λευκή, ἔργον[*] τῆς Ταραντίνης ἐργασίας, ὡς διαφαίνεσθαι τὸ σῶμα, καὶ [*] κρηπὶς Ἀττικὴ γυναικεία, τὸ πολυσχιδές, ἐμβὰς Σικυωνία πίλοις τοῖς λευκοῖς ἐπιπρέπουσα, καὶ ἀκόλουθοι πολλοὶ καὶ βιβλίον ἀεί.

ταῦτα μὲν αὐτὸν χρὴ συντελεῖν· τὰ δʼ ἄλλα καθʼ ὁδὸν ἤδη προϊὼν ὅρα καὶ ἄκουε.

Tokens

λέξω 1 w 4
δὲ 1 w 6
πρῶτον 1 w 12
μὲν 1 w 15
ὁπόσα 1 w 20
χρὴ 1 w 23
αὐτόν 1 w 28
σε 1 w 30
οἴκοθεν 1 w 37
ἔχοντα 1 w 43
ἥκειν 1 w 48
ἐφόδια 1 w 54
πρὸς 1 w 58
τὴν 1 w 61
πορείαν 1 w 68
καὶ 1 w 71
ὅπως 1 w 75
ἐπισιτίσασθαι 1 w 88
ὡς 1 w 91
ἂν 1 w 93
τάχιστα 1 w 100
διανύσαι 1 w 108
δυνηθείης 1 w 117
ἔπειτα 1 w 124
καὐτὸς 1 w 130
1 w 131
μὲν 2 w 134
προϊόντι 1 w 142
ἐπιδεικνὺς 1 w 152
κατὰ 1 w 156
τὴν 2 w 159
ὁδόν 1 w 163
2 w 165
δὲ 2 w 167
καὶ 2 w 170
παραινῶν 1 w 178
πρὶν 1 w 183
ἥλιον 1 w 188
δῦναι 1 w 193
ῥήτορά 1 w 199
σε 2 w 201
ὑπὲρ 1 w 205
τοὺς 1 w 209
πάντας 1 w 215
ἀποφανῶ 1 w 222
οἷος 1 w 227
αὐτός 1 w 232
εἰμι 1 w 236
ἀναμφιλέκτως 1 w 249
τὰ 2 w 251
πρῶτα 1 w 256
καὶ 3 w 259
μέσα 1 w 263
καὶ 4 w 266
τελευταῖα 1 w 275
τῶν 1 w 278
λέγειν 1 w 284
ἐπιχειρούντων 1 w 297
κόμιζε 1 w 304
τοίνυν 1 w 310
τὸ 2 w 312
μέγιστον 1 w 320
μὲν 3 w 323
τὴν 3 w 326
ἀμαθίαν 1 w 333
εἶτα 1 w 338
θράσος 1 w 344
ἐπὶ 1 w 348
τούτοις 1 w 355
δὲ 3 w 357
τόλμαν 1 w 363
καὶ 5 w 366
ἀναισχυντίαν 1 w 378
αἰδῶ 1 w 383
δὲ 4 w 385
1 w 386
ἐπιείκειαν 1 w 396
2 w 397
μετριότητα 1 w 407
3 w 408
ἐρύθημα 1 w 415
οἴκοι 1 w 420
ἀπόλιπε 1 w 427
ἀχρεῖα 1 w 434
γὰρ 1 w 437
καὶ 6 w 440
ὑπεναντία 1 w 449
τῷ 1 w 451
πράγματι 1 w 459
ἀλλὰ 1 w 464
καὶ 7 w 467
βοὴν 1 w 471
ὅτι 1 w 474
μεγίστην 1 w 482
καὶ 8 w 485
μέλος 1 w 490
ἀναίσχυντον 1 w 501
καὶ 9 w 504
βάδισμα 1 w 511
οἷον 1 w 515
τὸ 3 w 517
ἐμόν 1 w 521
ταῦτα 1 w 527
δὲ 5 w 529
ἀναγκαῖα 1 w 537
πάνυ 1 w 541
καὶ 10 w 544
μόνα 1 w 548
ἔστιν 1 w 553
ὅτε 1 w 556
ἱκανά 1 w 561
καὶ 11 w 565
1 w 566
ἐσθὴς 1 w 571
δὲ 6 w 573
ἔστω 1 w 577
εὐανθὴς 1 w 584
4 w 585
5 w 586
Harmon 1 w 592
2 w 594
β 3 w 595
καὶ 12 w 599
γ 7 w 600
λευκή 1 w 606
ἔργον 1 w 612
ἔργον 2 w 617
vulg 1 w 621
ἔρνα 1 w 627
MSS 1 w 630
τῆς 1 w 634
Ταραντίνης 1 w 644
ἐργασίας 1 w 652
ὡς 2 w 655
διαφαίνεσθαι 1 w 667
τὸ 4 w 669
σῶμα 1 w 673
καὶ 13 w 677
6 w 678
7 w 679
twice 1 w 685
Harmon 2 w 692
3 w 694
MSS 2 w 697
κρηπὶς 1 w 704
Ἀττικὴ 1 w 710
γυναικεία 1 w 719
τὸ 5 w 722
πολυσχιδές 1 w 732
8 w 734
ἐμβὰς 1 w 739
Σικυωνία 1 w 747
πίλοις 1 w 753
τοῖς 1 w 757
λευκοῖς 1 w 764
ἐπιπρέπουσα 1 w 775
καὶ 14 w 779
ἀκόλουθοι 1 w 788
πολλοὶ 1 w 794
καὶ 15 w 797
βιβλίον 1 w 804
ἀεί 1 w 807
ταῦτα 2 w 813
μὲν 4 w 816
αὐτὸν 1 w 821
χρὴ 2 w 824
συντελεῖν 1 w 833
τὰ 3 w 836
δʼ 1 w 838
ἄλλα 1 w 842
καθʼ 1 w 846
ὁδὸν 1 w 850
ἤδη 1 w 853
προϊὼν 1 w 859
ὅρα 1 w 862
καὶ 16 w 865
ἄκουε 1 w 870

Dictionary Citations

LSJ

ἀναμφίλεκτος
= sq., τιμή D.H. 9.44; πίστις Longin. 7.4. Adv. -τως PPar. 15.3.56 (ii B. C.), S.E. M. 7.5, Luc. Rh.Pr. 15.
ἐμβάς
felt-shoe or slipper, used by the Boeotians, Hdt. 1.195; at Athens by old men, Ar. Eq. 870, Nu. 858, V. 103, 275, 447, al.; by poor persons, Is. 5.11; ἐ. Σικυωνία a womanʼs shoe of white felt, Luc. Rh.Pr. 15; ἐ. ὠμοβοεῖς AP 6.21.
εὐανθής
2 flowered, gay-coloured, gay, bright, χρῶμα Pl. Phd. 100d, cf. Arist. Col. 792a15, 794b5 ( Comp.); θρόμβοι αἵματος Hp. Coac. 621, cf. 575; στρωμναί Ph. 1.639 ( Sup.); ἐσθής Luc. Rh.Pr. 15; βαφαί Ael. NA 16.41; πορφύρη AP 6.250 ( Antiphil.); λίθος Jul. Or. 2.51a; τὸ εὐ. τοῦ ὄρνιθος its bright colours, Ath. 9.399a; pink, flushed, σῶμα Sor. 1.100.
πῖλος
wool or hair wrought into felt, used as a lining for helmets, Il. 10.265 ; for shoes, Hes. Op. 542, cf. Pl. Smp. 220b, Luc. Rh.Pr. 15; but τὴν τῶν οἰκείων πίλων γένεσιν, playfully, of the human hair, Pl. Lg. 942e.
Σικυώνια
womenʼs shoes, Herod. 7.57, Luc. Rh.Pr. 15, Poll. 7.93.
στρίγλος
2 στρικτόν, τό, a narrow kind of shoe, Sch. Luc. Rh.Pr. 15; Latin word acc. to Suid.