Scaife ATLAS

CTS Library / Περὶ τοῦ Παρασίτου ὅτι Τέχνη ἡ Παρασιτική

Περὶ τοῦ Παρασίτου ὅτι Τέχνη ἡ Παρασιτική (46)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg030.perseus-grc2:46
Refs {'start': {'reference': '46', 'human_reference': 'Section 46'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Σίμων

τί οὖν, Τυχιάδη, οὐχὶ καὶ Πάτροκλος τοῦ Ἀχιλλέως παράσιτος ἦν, καὶ ταῦτα οὐδενὸς τῶν ἄλλων Ἑλλήνων φαυλότερος οὔτε τὴν ψυχὴν οὔτε τὸ σῶμα νεανίας ὤν; ἐγὼ γὰρ οὐδʼ αὐτοῦ μοι δοκῶ τοῦ Ἀχιλλέως τεκμαίρεσθαι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ χείρω εἶναι· τόν τε γὰρ Ἕκτορα ῥήξαντα τὰς πύλας καὶ παρὰ ταῖς ναυσὶν εἴσω μαχόμενον οὗτος ἐξέωσεν καὶ τὴν Πρωτεσιλάου ναῦν ἤδη καιομένην ἔσβεσεν, καίτοι ἐπεβάτευον αὐτῆς οὐχ οἱ φαυλότατοι, ἀλλʼ οἱ τοῦ Τελαμῶνος Αἴας τε καὶ Τεῦκρος, μὲν ὁπλίτης ἀγαθός, δὲ τοξότης. καὶ πολλοὺς μὲν ἀπέκτεινε τῶν βαρβάρων, ἐν δὲ δὴ τούτοις καὶ Σαρπηδόνα τὸν παῖδα τοῦ Διός, παράσιτος τοῦ Ἀχιλλέως. καὶ ἀπέθανεν δὲ οὐχὶ τοῖς ἄλλοις ὁμοίως, ἀλλὰ τὸν[*] μὲν Ἕκτορα Ἀχιλλεὺς ἀπέκτεινεν, εἷς ἕνα, καὶ αὐτὸν τὸν Ἀχιλλέα Πάρις, τὸν δὲ παράσιτον θεὸς καὶ δύο ἄνθρωποι. καὶ τελευτῶν δὲ φωνὰς ἀφῆκεν οὐχ οἵας γενναιότατος Ἕκτωρ καὶ προσπίπτων τὸν Ἀχιλλέα καὶ ἱκετεύων ὅπως νεκρὸς αὐτοῦ τοῖς

v.3.p.296
οἰκείοις ἀποδοθῇ, ἀλλʼ οἵας εἰκὸς ἀφεῖναι παράσιτον. τίνας δὴ ταύτας; τοιοῦτοι δʼ εἴπερ μοι ἐείκοσιν ἀντεβόλησαν, πάντες κʼ αὐτόθʼ ὄλοντο ἐμῷ ὑπὸ δουρὶ δαμέντες.

Tokens

Σίμων 1 w 5
τί 1 w 7
οὖν 1 w 10
1 w 12
Τυχιάδη 1 w 19
οὐχὶ 1 w 24
καὶ 1 w 27
Πάτροκλος 1 w 36
τοῦ 1 w 39
Ἀχιλλέως 1 w 47
παράσιτος 1 w 56
ἦν 1 w 58
καὶ 2 w 62
ταῦτα 1 w 67
οὐδενὸς 1 w 74
τῶν 1 w 77
ἄλλων 1 w 82
Ἑλλήνων 1 w 89
φαυλότερος 1 w 99
οὔτε 1 w 103
τὴν 1 w 106
ψυχὴν 1 w 111
οὔτε 2 w 115
τὸ 1 w 117
σῶμα 1 w 121
νεανίας 1 w 128
ὤν 1 w 130
ἐγὼ 1 w 134
γὰρ 1 w 137
οὐδʼ 1 w 141
αὐτοῦ 1 w 146
μοι 1 w 149
δοκῶ 1 w 153
τοῦ 3 w 156
Ἀχιλλέως 2 w 164
τεκμαίρεσθαι 1 w 176
τοῖς 1 w 180
ἔργοις 1 w 186
αὐτοῦ 2 w 191
χείρω 1 w 196
εἶναι 1 w 201
τόν 1 w 205
τε 5 w 207
γὰρ 2 w 210
Ἕκτορα 1 w 216
ῥήξαντα 1 w 223
τὰς 1 w 226
πύλας 1 w 231
καὶ 3 w 234
παρὰ 1 w 238
ταῖς 1 w 242
ναυσὶν 1 w 248
εἴσω 1 w 252
μαχόμενον 1 w 261
οὗτος 1 w 266
ἐξέωσεν 1 w 273
καὶ 4 w 276
τὴν 2 w 279
Πρωτεσιλάου 1 w 290
ναῦν 1 w 294
ἤδη 1 w 297
καιομένην 1 w 306
ἔσβεσεν 1 w 313
καίτοι 1 w 320
ἐπεβάτευον 1 w 330
αὐτῆς 1 w 335
οὐχ 2 w 338
οἱ 1 w 340
φαυλότατοι 1 w 350
ἀλλʼ 1 w 355
οἱ 2 w 357
τοῦ 5 w 360
Τελαμῶνος 1 w 369
Αἴας 1 w 373
τε 8 w 375
καὶ 5 w 378
Τεῦκρος 1 w 385
1 w 387
μὲν 1 w 390
ὁπλίτης 1 w 397
ἀγαθός 1 w 403
3 w 405
δὲ 1 w 407
τοξότης 1 w 414
καὶ 6 w 418
πολλοὺς 1 w 425
μὲν 2 w 428
ἀπέκτεινε 1 w 437
τῶν 2 w 440
βαρβάρων 1 w 448
ἐν 1 w 451
δὲ 2 w 453
δὴ 1 w 455
τούτοις 1 w 462
καὶ 7 w 465
Σαρπηδόνα 1 w 474
τὸν 1 w 477
παῖδα 1 w 482
τοῦ 6 w 485
Διός 1 w 489
4 w 491
παράσιτος 2 w 500
τοῦ 7 w 503
Ἀχιλλέως 3 w 511
καὶ 8 w 515
ἀπέθανεν 1 w 523
δὲ 3 w 525
οὐχὶ 2 w 529
τοῖς 2 w 533
ἄλλοις 1 w 539
ὁμοίως 1 w 545
ἀλλὰ 1 w 550
τὸν 2 w 553
ἀλλὰ 2 w 557
τὸν 3 w 560
Fritzsche 1 w 569
ἀλλʼ 2 w 574
αὐτόν 1 w 579
MSS 1 w 582
μὲν 3 w 586
Ἕκτορα 2 w 592
Ἀχιλλεὺς 1 w 600
ἀπέκτεινεν 1 w 610
εἷς 1 w 614
ἕνα 1 w 617
καὶ 9 w 621
αὐτὸν 1 w 626
τὸν 5 w 629
Ἀχιλλέα 1 w 636
Πάρις 1 w 641
τὸν 6 w 645
δὲ 4 w 647
παράσιτον 1 w 656
θεὸς 1 w 660
καὶ 10 w 663
δύο 1 w 666
ἄνθρωποι 1 w 674
καὶ 11 w 678
τελευτῶν 1 w 686
δὲ 5 w 688
φωνὰς 1 w 693
ἀφῆκεν 1 w 699
οὐχ 4 w 702
οἵας 1 w 706
6 w 707
γενναιότατος 1 w 719
Ἕκτωρ 1 w 724
καὶ 12 w 727
προσπίπτων 1 w 737
τὸν 7 w 740
Ἀχιλλέα 2 w 747
καὶ 13 w 750
ἱκετεύων 1 w 758
ὅπως 1 w 762
7 w 763
νεκρὸς 1 w 769
αὐτοῦ 3 w 774
τοῖς 3 w 778
οἰκείοις 1 w 786
ἀποδοθῇ 1 w 793
ἀλλʼ 3 w 798
οἵας 2 w 802
εἰκὸς 1 w 807
ἀφεῖναι 1 w 814
παράσιτον 2 w 823
τίνας 1 w 829
δὴ 2 w 831
ταύτας 1 w 837
τοιοῦτοι 1 w 846
δʼ 2 w 848
εἴπερ 1 w 853
μοι 2 w 856
ἐείκοσιν 1 w 864
ἀντεβόλησαν 1 w 875
πάντες 1 w 882
κʼ 1 w 884
αὐτόθʼ 1 w 890
ὄλοντο 1 w 896
ἐμῷ 1 w 899
ὑπὸ 1 w 902
δουρὶ 1 w 907
δαμέντες 1 w 915

Dictionary Citations

LSJ

ἐπιβατεύω
II to be an ἐπιβάτης, passenger or soldier on board ship, ἐ. ἐπὶ [νεῶν] ib. 15, al., Luc. Par. 46; ἐπὶ νηί Pl. La. 183d: c.dat., Ar. Ra. 48 (with an obscene allusion, cf. ἐπιβαίνω A. III.3).
ῥήγνυμι
break asunder, rend, shatter, τεῖχος Il. 12.198; πύλας 13.124; σάκος 21.165; θώρηκας 2.544; ἱμάντα 3.375; νευρήν 8.328; ὀστέον 20.399; χρόα 23.673; only once in Od., προτόνους ἔρρηξʼ ἀνέμοιο θύελλα 12.409:—later, esp. rend garments, in sign of grief, ῥ. πέπλους A. Pers. 199, 468; ῥ. ἕλκεα make grievous wounds, Pi. N. 8.29; ῥ. ὀστᾶ, σάρκας, E. HF 994, Ba. 1130; ἀρότροις γῆς δάπεδον Ar. Pl. 515: in Ion. and later Prose, ῥήγνυσι . . τὸν ἀμφὶ τὴν ὄψιν χιτῶνα Hp. VM 19; ῥήττειν νευράν Str. 15.1.57; τὰ δεσμά Luc. DDeor. 21[17].1; τὰς πύλας Id. Par. 46; μὴ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς Ev.Matt. 7.6:— Med., break for oneself, get broken, ὄρνυσθʼ . . ῥήγνυσθε δὲ τεῖχος Il. 12.440, cf. 224, 257, 291:— Pass., v. infr. B.