Scaife ATLAS

CTS Library / Βίων Πρᾶσις

Βίων Πρᾶσις (7)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg024.perseus-grc2:7
Refs {'start': {'reference': '7', 'human_reference': 'Section 7'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἑρμῆς

βούλει τὸν αὐχμῶντα ἐκεῖνον, τὸν Ποντικόν;

Ζεύς

πάνυ μὲν οὖν.

Ἑρμῆς

οὗτος τὴν πήραν ἐξηρτημένος, ἐξωμίας, ἐλθὲ

v.2.p.462
καὶ περίιθι ἐν κύκλῳ τὸ συνέδριον. βίον ἀνδρικὸν πωλῶ, βίον ἄριστον καὶ γεννικόν, βίον ἐλεύθερον· τίς ὠνήσεται;

Ἀγοράστης

κῆρυξ πῶς ἔφης σύ; πωλεῖς τὸν ἐλεύθερον;

Ἑρμῆς

ἔγωγε.

Ἀγοράστης

εἶτʼ οὐ δέδιας μή σοι δικάσηται ἀνδραποδισμοῦ καὶ προκαλέσηταί σε εἰς Ἄρειον πάγον;

Ἑρμῆς

οὐδὲν αὐτῷ μέλει τῆς πράσεως· οἴεται γὰρ εἶναι παντάπασιν ἐλεύθερος.

Ἀγοράστης

τί δʼ ἄν τις αὐτῷ χρήσαιτο ῥυπῶντι καὶ οὕτω κακοδαιμόνως διακειμένῳ; πλὴν εἰ μὴ σκαπανέα γε καὶ ὑδροφόρον αὐτὸν ἀποδεικτέον.

Ἑρμῆς

οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἢν θυρωρὸν αὐτὸν ἐπιστήσῃς, πολὺ πιστοτέρῳ χρήσῃ τῶν κυνῶν. ἀμέλει κύων αὐτῷ καὶ τὸ ὄνομα.

Ἀγοράστης

ποδαπὸς δέ ἐστιν τίνα τὴν ἄσκησιν ἐπαγγέλλεται;

Ἑρμῆς

αὐτὸν ἐροῦ· κάλλιον γὰρ οὕτω ποιεῖν.

Ἀγοράστης

δέδια τὸ σκυθρωπὸν αὐτοῦ καὶ κατηφές, μή με ὑλακτήσῃ προσελθόντα καὶ νὴ Δία δάκῃ γε. οὐχ ὁρᾷς ὡς διῆρται τὸ ξύλον καὶ συνέσπακε τὰς

v.2.p.464
ὀφρῦς καὶ ἀπειλητικόν τι καὶ χολῶδες ὑποβλέπει;

Ἑρμῆς

μὴ δέδιθι· τιθασὸς γάρ ἐστι.

Tokens

Ἑρμῆς 1 w 5
βούλει 1 w 11
τὸν 1 w 14
αὐχμῶντα 1 w 22
ἐκεῖνον 1 w 29
τὸν 2 w 33
Ποντικόν 1 w 41
Ζεύς 1 w 46
πάνυ 1 w 50
μὲν 1 w 53
οὖν 1 w 56
Ἑρμῆς 2 w 62
οὗτος 1 w 67
1 w 68
τὴν 1 w 71
πήραν 1 w 76
ἐξηρτημένος 1 w 87
2 w 89
ἐξωμίας 1 w 96
ἐλθὲ 1 w 101
καὶ 1 w 104
περίιθι 1 w 111
ἐν 1 w 113
κύκλῳ 1 w 118
τὸ 3 w 120
συνέδριον 1 w 129
βίον 1 w 134
ἀνδρικὸν 1 w 142
πωλῶ 1 w 146
βίον 2 w 151
ἄριστον 1 w 158
καὶ 2 w 161
γεννικόν 1 w 169
βίον 3 w 174
ἐλεύθερον 1 w 183
τίς 1 w 187
ὠνήσεται 1 w 195
Ἀγοράστης 1 w 205
3 w 206
κῆρυξ 1 w 211
πῶς 1 w 214
ἔφης 1 w 218
σύ 1 w 220
πωλεῖς 1 w 227
τὸν 3 w 230
ἐλεύθερον 2 w 239
Ἑρμῆς 3 w 245
ἔγωγε 1 w 250
Ἀγοράστης 2 w 260
εἶτʼ 1 w 264
οὐ 1 w 266
δέδιας 1 w 272
μή 1 w 274
σοι 1 w 277
δικάσηται 1 w 286
ἀνδραποδισμοῦ 1 w 299
1 w 300
καὶ 3 w 303
προκαλέσηταί 1 w 315
σε 2 w 317
εἰς 1 w 320
Ἄρειον 1 w 326
πάγον 1 w 331
Ἑρμῆς 4 w 337
οὐδὲν 1 w 342
αὐτῷ 1 w 346
μέλει 1 w 351
τῆς 1 w 354
πράσεως 1 w 361
οἴεται 1 w 368
γὰρ 1 w 371
εἶναι 1 w 376
παντάπασιν 1 w 386
ἐλεύθερος 1 w 395
Ἀγοράστης 3 w 405
τί 2 w 407
δʼ 1 w 409
ἄν 1 w 411
τις 1 w 414
αὐτῷ 2 w 418
χρήσαιτο 1 w 426
ῥυπῶντι 1 w 433
καὶ 4 w 436
οὕτω 1 w 440
κακοδαιμόνως 1 w 452
διακειμένῳ 1 w 462
πλὴν 1 w 467
εἰ 2 w 469
μὴ 1 w 471
σκαπανέα 1 w 479
γε 3 w 481
καὶ 5 w 484
ὑδροφόρον 1 w 493
αὐτὸν 1 w 498
ἀποδεικτέον 1 w 509
Ἑρμῆς 5 w 515
οὐ 3 w 517
μόνον 1 w 522
ἀλλὰ 1 w 527
καὶ 6 w 530
ἢν 1 w 532
θυρωρὸν 1 w 539
αὐτὸν 2 w 544
ἐπιστήσῃς 1 w 553
πολὺ 1 w 558
πιστοτέρῳ 1 w 567
χρήσῃ 1 w 572
τῶν 1 w 575
κυνῶν 1 w 580
ἀμέλει 1 w 587
κύων 1 w 591
αὐτῷ 3 w 595
καὶ 7 w 598
τὸ 7 w 600
ὄνομα 1 w 605
Ἀγοράστης 4 w 615
ποδαπὸς 1 w 622
δέ 2 w 624
ἐστιν 1 w 629
3 w 630
τίνα 1 w 634
τὴν 2 w 637
ἄσκησιν 1 w 644
ἐπαγγέλλεται 1 w 656
Ἑρμῆς 6 w 662
αὐτὸν 3 w 667
ἐροῦ 1 w 671
κάλλιον 1 w 679
γὰρ 2 w 682
οὕτω 2 w 686
ποιεῖν 1 w 692
Ἀγοράστης 5 w 702
δέδια 2 w 707
τὸ 9 w 709
σκυθρωπὸν 1 w 718
αὐτοῦ 1 w 723
καὶ 8 w 726
κατηφές 1 w 733
μή 2 w 736
με 1 w 738
ὑλακτήσῃ 1 w 746
προσελθόντα 1 w 757
4 w 758
καὶ 9 w 761
νὴ 1 w 763
Δία 1 w 766
δάκῃ 1 w 770
γε 4 w 772
οὐχ 1 w 776
ὁρᾷς 1 w 780
ὡς 1 w 782
διῆρται 1 w 789
τὸ 10 w 791
ξύλον 1 w 796
καὶ 10 w 799
συνέσπακε 1 w 808
τὰς 1 w 811
ὀφρῦς 1 w 816
καὶ 11 w 819
ἀπειλητικόν 1 w 830
τι 6 w 832
καὶ 12 w 835
χολῶδες 1 w 842
ὑποβλέπει 1 w 851
Ἑρμῆς 7 w 857
μὴ 2 w 859
δέδιθι 1 w 865
τιθασὸς 1 w 873
γάρ 1 w 876
ἐστι 2 w 880

Dictionary Citations

LSJ

ἀποδεικτέον
2 one must make one so and so, σκαπανέα αὐτὸν ἀ. Luc. Vit.Auct. 7.
ἄσκησις
III mode of life, profession, Luc. Vit.Auct. 7; of a philosophical sect, ἡ Κυνικὴ ἄ. Id. Tox. 27.
αὐχμέω
to be squalid or unwashed, αὐχμεῖς τε κακῶς καὶ ἀεικέα ἕσσαι Od. 24.250, cf. Ar. Nu. 442; to be parched, Pl. R. 606d; αὐχμεῖ [φυτά] dry up, Thphr. HP 4.10.7:—also αὐχμάω, part. αὐχμῶσαι interpol. in Hp. Prog. 2; αὐχμώσης Arist. Mete. 360b11; αὐχμῶντες Thphr. HP 8.10.4; αὐχμῶντα Plu. Apophth.reg. 2.187d, Luc. Vit.Auct. 7; αὐχμῶσαν Id. Apol. 6, etc.; Ep. αὐχμώοντα Nonn. D. 26.108, etc.— αὐχμέω is always used exc. in part. acc. to Phryn. PS p.10B.; αὐχμᾷς is cited from Phryn.Com. 76 by Poll. 2.34; other forms are ambiguous, αὐχμῶν Ar. Pl. 84, Anaxandr. 34.6, Thphr. Char. 26.5; αὐχμήσῃ Pl. Phdr. 251d. etc.
ἀχειρίδωτος
without sleeves, Dialex. 2.9, Sch. Luc. Vit.Auct. 7.
ἐξωμίας
one with arms bare to the shoulder, Luc. Vit.Auct. 7.
θυρωρός
door-keeper, porter, Sapph. 98, Hdt. 1.120, A. Ch. 565, Pl. Phlb. 62c, Ev.Marc. 13.34, BGU 1061.10 (i A.D.), Luc. Vit.Auct. 7, etc.:—also θυρουρός PCair.Zen. 292.76 (iii B.C.), PRyl. 136.6 (i A.D.), IG 3.1137 (ii A.D.), PFlor. 71.380 (iv A.D.). (From θυρα- ho ρϝος, cf. οὖρος, ἐρύω (B): connected with ὠρέω by Corn. ND 1.)
κακοδαίμων
possessed by an evil genius, Antipho 5.43; ὁ κ. Σωκράτης Ar. Nu. 104; ill-starred, E. Hipp. 1362 (anap.), Max.Tyr. 36.4: freq. in Com., ὦ κακόδαιμον poor devil! Ar. Pl. 386; οἴμοι κακοδαίμων Pherecr. 117, etc.; -ονος ἔπαρμα Phld. Mort. 31: Comp. -έστερος Luc. Lex. 25: Sup., Id. Deor.Conc. 7. Adv. -μόνως Id. Vit.Auct. 7.
ὀφρῦς
brow, eyebrow, τὸν . . ὑπʼ ὀφρύος οὖτα Il. 14.493; ἡ ὀ. ἡ δεξιά, ἡ ἀριστερά, Arist. PA 671b32, cf. Pr. 878b28: elsewh. in pl., ὑπʼ ὀφρύσι δάκρυα λεῖβον Il. 13.88, al.; ὑπʼ ὀ. πῦρ ἀμάρυσσεν Hes. Th. 827, etc.: freq. of signs, ἐπʼ ὀφρύσι νεῦσε Κρονίων, i.e. ἐπένευσε ὀφρύσι, nodded assent, Il. 1.528, etc.; ἡ δʼ ἄρʼ ἐπʼ ὀ. νεῦσε nodded to him to do a thing, Od. 16.164; ἀνὰ δʼ ὀφρύσι νεῦον ἑκάστῳ made a sign not to do, 9.468; ὀφρύσι νευστάζων 12.194: in various phrases expressing emotions, τὰς ὀ. ἀνασπᾶν, in token of grief, τὰς ὀφρῦς ἀνεσπακώς, ὥσπερ τι δεινὸν ἀγγελῶν Ar. Ach. 1069; ἀνασπάσας τις τὰς ὀφρῦς οἴμοι λαλεῖ Men. 556.3; of pride (cf. ὀφρυόομαι), D. 19.314; οἱ τὰς ὀφρῦς αἴροντες Men. 39; ὀφρῦν ἐπαίρειν E. Fr. 1040, cf. Amphis 13; τὰς ὀ. ἔχειν ἐπάνω τῆς κορυφῆς Alex. 16.6; ὑπὲρ αὐτοὺς κροτάφους ὑπεραίρειν Luc. Am. 54; ὀφρῦς ἔχειν Ar. Ra. 925; ὀφρῦν ἐφέλκεσθαι AP 7.440.6 ( Leon., interpol.?); ἐρύσσαι ib. 5.215 ( Agath.); ἀνελκταῖς ὀφρύσι σεμνός Cratin. 355: contrariwise, τὰς ὀφρῦς συνάγειν knit the brows, frown, Ar. Nu. 582, Pl. 756, etc.; τὰς ὀ. συνέλκειν Antiph. 307; συσπᾶν Luc. Vit.Auct. 7; κατεσπακώς Alciphr. 3.3: on the other hand, καταβαλεῖν, λῦσαι, μεθεῖναι τὰς ὀ. or τὴν ὀ., let down or unknit the brow, become calm or cheerful again, E. Cyc. 167, Hipp. 290, IA 648; ὀ. μὴ καθειμένη Zeno Stoic. 1.58; σχάζεσθαι τὰς ὀ. Pl.Com. 32; καθέσθαι Plu. Comm.not. 2.1062f: the brow was also the seat of smiles and joy, ἀγανᾷ χλοαρὸν γελάσσαις ὀφρύϊ Pi. P. 9.38, cf. h.Cer. 358; or gravity, στυγνὸν ὀφρύων νέφος E. Hipp. [172]; ὁρᾶτε ὡς σπουδαῖαι μὲν αὐτοῦ αἱ ὀφρύες X. Smp. 8.3; on their physiognomical character, v. Arist. HA 491b14, Phgn. 812b26.
σκαπανεύς
digger, Lyc. 652, Phld. Rh. 1.189 S., Str. 2.5.1, 3.4.4, Luc. Tim. 7, Vit.Auct. 7.
συσπάω
draw together, contract, Pl. Ti. 71c; opp. ἀνίημι, Arist. Pr. 949a9, al.; τὸ δέρμα ib. 888a39, cf. Thphr. Sens. 65; συνεσπᾰκὼς τοὺς δακτύλους Luc. Tim. 13; τὰς ὀφρῦς Id. Vit.Auct. 7:— Med., σ. τὰς κοχώνας Ar. Fr. 482 (s.v.l.):— Pass., to be drawn up, retracted, Arist. HA 508a21, etc.; but also, to be shrivelled up by fire, LXX La. 5.10; συνεσπασμένους σμένους ὑπὸ νόσου D.L. 6.92; συνεσπασμένοι καὶ κακοπινεῖς shrivelled and dirty, Ath. 13.565d: metaph., λόγοι ἰσχνοὶ καὶ συνεσπ. dry and shrunken, D.H. Dem. 15.
ὑδροφόρος
II Subst. ὑ., ὁ and ἡ, water-carrier, Hdt. 3.14, X. An. 4.5.10, PCair.Zen. 702.24 (iii B. C.), LXX Jo. 9.33(27), Luc. Vit.Auct. 7, etc.; Ὑδροφόροι, title of Tragedies by Aeschylus and by Sophocles; ὑ. Ἀρτέμιδος Πυθίης, title of priestess at Branchidae, OGI 226.1 (iii B. C.); so in pl., CIG 2885, BMus.Inscr. 922.9; also at Athens, of maidens who served at the Dipolieia, Thphr. ap. Porph. Abst. 2.30; cf. ὑδροφορέω II.
ὑποβλέπω
2 menacing looks, ἀπειλητικόν τι ὑ. Luc. Vit.Auct. 7; δεινόν τι καὶ θηριῶδες Id. Am. 29; ταυρηδὸν ὑ. πρὸς τὸν ἄνδρα look mischievously, Pl. Phd. 117b.
χολώδης
II bilious, angry, χ. τι ὑποβλέπειν Luc. Vit. Auct. 7, cf. Philostr. Im. 2.12.