Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (54)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:54
Refs {'start': {'reference': '54', 'human_reference': 'Section 54'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Τίμων

ἀλλὰ τί τοῦτο; οὐ Θρασυκλῆς φιλόσοφος οὗτός ἐστιν; οὐ μὲν οὖν ἄλλος· ἐκπετάσας γοῦν τὸν πώγωνα καὶ τὰς ὀφρῦς ἀνατείνας καὶ βρενθυόμενός τι πρὸς αὑτὸν ἔρχεται, τιτανῶδες βλέπων, ἀνασεσοβημένος τὴν ἐπὶ τῷ μετώπῳ κόμην, Αὐτοβορέας τις Τρίτων, οἵους Ζεῦξις ἔγραψεν. οὗτος τὸ σχῆμα εὐσταλὴς καὶ κόσμιος τὸ βάδισμα καὶ σωφρονικὸς τὴν ἀναβολὴν ἕωθεν μυρία ὅσα περὶ ἀρετῆς διεξιὼν καὶ τῶν ἡδονῇ χαιρόντων κατηγορῶν καὶ τὸ ὀλιγαρκὲς ἐπαινῶν, ἐπειδὴ λουσάμενος ἀφίκοιτο ἐπὶ τὸ δεῖπνον καὶ

v.2.p.388
παῖς μεγάλην τὴν κύλικα ὀρέξειεν αὐτῷ τῷ ζωροτέρῳ δὲ χαίρει μάλιστα καθάπερ τὸ Λήθης ὕδωρ ἐκπιὼν ἐναντιώτατα ἐπιδείκνυται τοῖς ἑωθινοῖς ἐκείνοις λόγοις, προαρπάζων ὥσπερ ἴκτινος τὰ ὄψα καὶ τὸν πλησίον παραγκωνιζόμενος, καρύκης τὸ γένειον ἀνάπλεως, κυνηδὸν ἐμφορούμενος, ἐπικεκυφὼς καθάπερ ἐν ταῖς λοπάσι τὴν ἀρετὴν εὑρήσειν προσδοκῶν, ἀκριβῶς τὰ τρύβλια τῷ λιχανῷ ἀποσμήχων ὡς μηδὲ ὀλίγον τοῦ μυττωτοῦ καταλίποι,

Tokens

Τίμων 1 w 5
ἀλλὰ 1 w 9
τί 1 w 11
τοῦτο 1 w 16
οὐ 1 w 19
Θρασυκλῆς 1 w 28
1 w 29
φιλόσοφος 1 w 38
οὗτός 1 w 43
ἐστιν 1 w 48
οὐ 2 w 51
μὲν 1 w 54
οὖν 1 w 57
ἄλλος 1 w 62
ἐκπετάσας 1 w 72
γοῦν 1 w 76
τὸν 1 w 79
πώγωνα 1 w 85
καὶ 1 w 88
τὰς 1 w 91
ὀφρῦς 1 w 96
ἀνατείνας 1 w 105
καὶ 2 w 108
βρενθυόμενός 1 w 120
τι 2 w 122
πρὸς 1 w 126
αὑτὸν 1 w 131
ἔρχεται 1 w 138
τιτανῶδες 1 w 148
βλέπων 1 w 154
ἀνασεσοβημένος 1 w 169
τὴν 1 w 172
ἐπὶ 1 w 175
τῷ 1 w 177
μετώπῳ 1 w 183
κόμην 1 w 188
Αὐτοβορέας 1 w 199
τις 1 w 202
1 w 203
Τρίτων 1 w 209
οἵους 1 w 215
2 w 216
Ζεῦξις 1 w 222
ἔγραψεν 1 w 229
οὗτος 1 w 235
3 w 236
τὸ 3 w 238
σχῆμα 1 w 243
εὐσταλὴς 1 w 251
καὶ 3 w 254
κόσμιος 1 w 261
τὸ 4 w 263
βάδισμα 1 w 270
καὶ 4 w 273
σωφρονικὸς 1 w 283
τὴν 2 w 286
ἀναβολὴν 1 w 294
ἕωθεν 1 w 299
μυρία 1 w 304
ὅσα 1 w 307
περὶ 1 w 311
ἀρετῆς 1 w 317
διεξιὼν 1 w 324
καὶ 5 w 327
τῶν 1 w 330
ἡδονῇ 1 w 335
χαιρόντων 1 w 344
κατηγορῶν 1 w 353
καὶ 6 w 356
τὸ 5 w 358
ὀλιγαρκὲς 1 w 367
ἐπαινῶν 1 w 374
ἐπειδὴ 1 w 381
λουσάμενος 1 w 391
ἀφίκοιτο 1 w 399
ἐπὶ 2 w 402
τὸ 6 w 404
δεῖπνον 1 w 411
καὶ 7 w 414
4 w 415
παῖς 1 w 419
μεγάλην 1 w 426
τὴν 3 w 429
κύλικα 1 w 435
ὀρέξειεν 1 w 443
αὐτῷ 1 w 447
τῷ 3 w 450
ζωροτέρῳ 1 w 458
δὲ 1 w 460
χαίρει 1 w 466
μάλιστα 1 w 473
καθάπερ 1 w 481
τὸ 7 w 483
Λήθης 1 w 488
ὕδωρ 1 w 492
ἐκπιὼν 1 w 498
ἐναντιώτατα 1 w 509
ἐπιδείκνυται 1 w 521
τοῖς 1 w 525
ἑωθινοῖς 1 w 533
ἐκείνοις 1 w 541
λόγοις 1 w 547
προαρπάζων 1 w 558
ὥσπερ 1 w 563
ἴκτινος 1 w 570
τὰ 2 w 572
ὄψα 1 w 575
καὶ 8 w 578
τὸν 3 w 581
πλησίον 1 w 588
παραγκωνιζόμενος 1 w 604
καρύκης 1 w 612
τὸ 9 w 614
γένειον 1 w 621
ἀνάπλεως 1 w 629
κυνηδὸν 1 w 637
ἐμφορούμενος 1 w 649
ἐπικεκυφὼς 1 w 660
καθάπερ 2 w 667
ἐν 2 w 669
ταῖς 1 w 673
λοπάσι 1 w 679
τὴν 4 w 682
ἀρετὴν 1 w 688
εὑρήσειν 1 w 696
προσδοκῶν 1 w 705
ἀκριβῶς 1 w 713
τὰ 3 w 715
τρύβλια 1 w 722
τῷ 4 w 724
λιχανῷ 1 w 730
ἀποσμήχων 1 w 739
ὡς 1 w 741
μηδὲ 1 w 745
ὀλίγον 1 w 751
τοῦ 2 w 754
μυττωτοῦ 1 w 762
καταλίποι 1 w 771

Dictionary Citations

LSJ

ἀνασοβέω
scare and make to start up: generally, rouse, ἄγραν Pl. Ly. 206a; τοὺς ἀκροωμένους Plu. Aud. 2.44d; τινὰ πρὸς ὀργήν Chor.p.206 B.: — Pass., ἀνασεσοβημένος τὴν κόμην with ruffled hair, Luc. Tim. 54; κόμη ἀνασεσοβημένη Id. JTr. 30.
ἀνατείνω
6 lift up, κάρα Pi. N. 1.43; ἑαυτόν Ael. NA 3.21; ἀ. τὰς ὀφρῦς pucker, Luc. Tim. 54.
ἀποσμήχω
Pherecyd. 33 J., Sor. 1.81, Paus. 5.5.11, Luc. Tim. 54, Them. Or. 32.359c:— Pass., c. dat., to be smeared with, Gp. 16.18.2.
αὐτοβορέας
a very Boreas, Luc. Tim. 54.
βρενθύομαι
bear oneself haughtily, hold oneʼs head high, swagger, ὑπὸ φρονήματος Ar. Pax 26, cf. Nu. 362, Pl. Smp. 221b, Luc. DMort. 20[10].8; πρός τινα Ar. Lys. 887; β. τι πρὸς αὑτόν Luc. Tim. 54; β. ἐπί τινι plume oneself on . . , Ath. 14.625b; ἐβρενθύετο Lib. Or. 56.17, Agath. 1.14; also, take umbrage, β. καὶ ἀγανακτῶν Ael. NA 5.36. (Either from βρένθος II or from βρένθειος, as Phld. Vit. p.37 J., Sch. Ar. Lys. 887.)
ἐκπετάννυμι
spread out, of a sail, E. IT 1135 (lyr.); πώγωνα Luc. Tim. 54; χεῖρας LXX Is. 65.2; of wings, AP 5.178.10 ( Mel.); τὰ ὦτα ἐξεπετάννυτο ὥσπερ σκιάδειον Ar. Eq. 1348; of a net, τὸ δὲ δίκτυον ἐκπεπέτασται Orac. ap. Hdt. 1.62; στέφος ἐξεπέτασσε scattered it to the winds, Bion 1.88.
εὐσταλής
4 correct in habit and manners, well-behaved, κόσμιος καὶ εὐ. ἀνήρ Pl. Men. 90a, cf. Diod.Com. 2.17; orderly, ἱερουργίαι Plu. Sol. 12; in dress, neat, trim, Luc. Tim. 54.
ζωρός
pure, sheer, prop. of wine without water, like ἄκρᾱτος, ζ. μέθυ A.R. 1.477; πόμα AP 12.50 ( Asclep.); πότος Hippoloch. ap. Ath. 4.129d: abs., ζωρός (sc. οἶνος) AP 6.105 ( Apollonid.), etc.: Comp., ζωρότερον δὲ κέραιε mix the wine more pure, i.e. add less water, Il. 9.203, cf. Arist. Po. 1461a14; κεράσας ζωρότερον Ὁμηρικῶς Ephipp. 10; so later -ότερον πίνειν Hdt. 6.84; and in the sense drink hard, ζ. πιεῖν Thphr. Char. 4.6, cf. Ael. VH 13.4, Luc. Tim. 54, etc.; πίνειν-οτέρῳ χρώμενον οἰνοχόῳ Antiph. 149; ζωρὸν δέπας a cup of sheer wine, AP 11.28 ( Marc. Arg.); ζωρὸν πέλαγος a sea of wine, ib. 7.457.6 ( Aristo); ζωρότερον κισσύβιον ib. 5.288.4 ( Agath.); of drugs, Luc. DMort. 17[7].1, Nav. 45; διδόναι τι ζωρότερον ἐσθίειν Hp. Nat.Mul. 69; -ότερον γάλα Ruf. Fr. 118: metaph., ζωροτάτη μανίη AP 7.30 (Antip. Sid.). (In Philum. Ven. 2.3, 4.2 ζωρός is opp. ἄκρατος, and so perh. in Emp. 35.15, but the reading is doubtful.)
καρύκη
rich sauce, invented by the Lydians, composed of blood and spices, Pherecr. 181, Ath. 12.516c, Gal. 8.568, Max.Tyr. 3.9, Luc. Tim. 54: in pl., Ath. 4.160b, Plu. QConv. 2.664a. (Freq. written καρύκκη in codd. (as also in derivs.), and this spelling is preferred by Hdn.Gr. 1.317.)
κυνηδόν
like a dog, S. Fr. 722, Ar. Eq. 1033, Nu. 491, Luc. Tim. 54.
λιχανός
licking: ὁ λ., with or without δάκτυλος, forefinger, from its use in licking up, Hp. Art. 37, al., Luc. Tim. 54, Ath. 1.15d, PLips. 12.9 (iii A. D.), etc.
ὀλιγαρκής
contented with little, Luc. Tim. 57 ; τὸ ὀ., = sq., ib. 54.
παραγκωνίζω
set the arms a-kimbo, Clearch. 26, Phot., Suid.:— Med., push aside with the elbows, elbow out, τὸν πλησίον Luc. Tim. 54; ἀλλήλους Id. Pisc. 34 (v.l.): generally, elbow out, supplant, Str. 5.3.2; ἐραστάς Alciphr. 1.6; supersede an antiquated theory, Ael. Tact.Praef. 4; throw aside, πᾶσαν αἰδῶ Sor. 2.25.
προαρπάζω
snatch away before, ὥσπερ ἰκτῖνος τὰ ὄψα Luc. Tim. 54: metaph., τὴν δόξαν J. AJ 13.5.8; τὴν ἡγεμονίαν τινί ib. 20.8.2, cf. Luc. Tox. 6, etc.; π. ἀλλήλων τὰ λεγόμενα snap at a conclusion, anticipate hastily, Pl. Grg. 454c; τὸ ζητούμενον π. ὡς ὁμολογούμενον S.E. M. 1.157.
σωφρονικός
naturally temperate, self-controlled, of persons, X. Mem. 1.3.9, Arist. Rh. 1390a14, EN 1144b5, etc.; οἱ βουλόμενοι σ. εἶναι (ironically) Stoic. 1.100; σ. τὴν ἀναβολήν Luc. Tim. 54. Adv. -κῶς Ar. Eq. 545, Sor. 1.33: Comp. -ώτερον Ath. 10.426c.
Τιτανώδης
Titanic, φρόνημα Agatharch. 98; Τιτανῶδες βλέπειν, ἀπιδεῖν, Luc. Tim. 54, Icar. 23.