Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (40)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:40
Refs {'start': {'reference': '40', 'human_reference': 'Section 40'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἑρμῆς

ὑπόστηθι, Τίμων, διʼ ἐμέ, καὶ εἰ χαλεπὸν τοῦτο καὶ οὐκ οἰστόν ἐστιν, ὅπως οἱ κόλακες ἐκεῖνοι διαρραγῶσιν ὑπὸ τοῦ φθόνου· ἐγὼ δὲ ὑπὲρ τὴν Αἴτνην ἐς τὸν οὐρανὸν ἀναπτήσομαι.

Πλοῦτος

μὲν ἀπελήλυθεν, ὡς δοκεῖ· τεκμαίρομαι γὰρ τῇ εἰρεσίᾳ τῶν πτερῶν· σὺ δὲ αὐτοῦ περίμενε· ἀναπέμψω γάρ σοι τὸν Θησαυρὸν ἀπελθών· μᾶλλον δὲ παῖε. σέ φημι, Θησαυρὲ χρυσοῦ, ὑπάκουσον Τίμωνι τουτῳῒ καὶ παράσχες ἑαυτὸν[*] ἀνελέσθαι. σκάπτε, Τίμων, βαθείας καταφέρων. ἐγὼ δὲ ὑμῖν· ἀποστήσομαι.

Tokens

Ἑρμῆς 1 w 5
ὑπόστηθι 1 w 13
1 w 15
Τίμων 1 w 20
διʼ 1 w 24
ἐμέ 1 w 27
καὶ 1 w 31
εἰ 1 w 33
χαλεπὸν 1 w 40
τοῦτο 1 w 45
καὶ 2 w 48
οὐκ 1 w 51
οἰστόν 1 w 57
ἐστιν 1 w 62
ὅπως 1 w 67
οἱ 1 w 69
κόλακες 1 w 76
ἐκεῖνοι 1 w 83
διαρραγῶσιν 1 w 94
ὑπὸ 1 w 97
τοῦ 2 w 100
φθόνου 1 w 106
ἐγὼ 1 w 110
δὲ 1 w 112
ὑπὲρ 1 w 116
τὴν 1 w 119
Αἴτνην 1 w 125
ἐς 1 w 127
τὸν 1 w 130
οὐρανὸν 1 w 137
ἀναπτήσομαι 1 w 148
Πλοῦτος 1 w 156
1 w 157
μὲν 1 w 160
ἀπελήλυθεν 1 w 170
ὡς 1 w 173
δοκεῖ 1 w 178
τεκμαίρομαι 1 w 190
γὰρ 1 w 193
τῇ 1 w 195
εἰρεσίᾳ 1 w 202
τῶν 1 w 205
πτερῶν 1 w 211
σὺ 1 w 214
δὲ 2 w 216
αὐτοῦ 1 w 221
περίμενε 1 w 229
ἀναπέμψω 1 w 238
γάρ 1 w 241
σοι 1 w 244
τὸν 2 w 247
Θησαυρὸν 1 w 255
ἀπελθών 1 w 262
μᾶλλον 1 w 269
δὲ 3 w 271
παῖε 1 w 275
σέ 1 w 278
φημι 1 w 282
Θησαυρὲ 1 w 290
χρυσοῦ 1 w 296
ὑπάκουσον 1 w 306
Τίμωνι 1 w 312
τουτῳῒ 1 w 318
καὶ 3 w 321
παράσχες 1 w 329
ἑαυτὸν 1 w 335
παράσχες 2 w 343
ἑαυτὸν 2 w 349
Harmon 1 w 355
πράσχες 1 w 363
σεαυτὸν 1 w 370
Dindorf 1 w 377
πάρασχε 1 w 385
σεαυτὸν 2 w 392
MSS 1 w 395
ἀνελέσθαι 1 w 405
σκάπτε 1 w 412
2 w 414
Τίμων 3 w 419
βαθείας 1 w 427
καταφέρων 1 w 436
ἐγὼ 2 w 440
δὲ 4 w 442
ὑμῖν 1 w 446
ἀποστήσομαι 1 w 458

Dictionary Citations

LSJ

διαρρήγνυμι
break through, Hom. only in Med., διά τε ῥήξασθαι ἐπάλξεις Il. 12.308; διαρρήξασα χαλινόν having broken the bridle asunder, Thgn. 259; μόγις ἂν . . διαρρήξειας [τὴν κεφαλήν] Hdt. 3.12; πλευρὰν διαρρήξαντα . . φασγάνῳ having cloven it, S. Aj. 834; δ. τὰς χορδάς Pl. Phd. 86a:— Pass., burst, as with eating, X. Cyr. 8.2.21, Anaxil. 25, Phoenicid. 3, etc.; δ. μυρίων ἀγαθῶν Men. 10D.; with passion, διαρραγήσομαι Ar. Eq. 340; ὑπὸ φθόνου Luc. Tim. 40; οὐδʼ ἂν σὺ διαρραγῇς ψευδόμενος D. 18.21, cf. 87; διαρραγείης, as a curse, ‘split you!ʼ Ar. Av. 2, etc.: pf. διέρρωγα to be broken or torn, διερρωγυιῶν τῶν χορδῶν Pl. Phd. l.c.; ἀκεσαμένη τὸ διερρωγός Arist. HA 623a18; ὑπόδημα δ. Plu. Profect. 2.82b: later pf. part. Pass. διερρηγμένος Jul. Or. 2.64c.
εἰρεσία
rowing, oarage, πρῶτα μὲν εἰρεσίη, μετέπειτα δὲ κάλλιμος οὖρος Od. 11.640; εἰρεσίῃ χρᾶσθαι Hdt. 1.203, 4.110; εἰρεσίας ζυγόν S. Aj. 249 (lyr.); εἰ. τῶν τριήρων Arist. Mete. 369b10: metaph., εἰ. πτερῶν Luc. Tim. 40; παρὰ δʼ εἰρεσίᾳ μαστῶν ἕπεται Ἀστυάναξ close to her throbbing breast, E. Tr. 570 (anap.); εἰρεσίῃ γλώσσης Dionys.Eleg. 4.3.
καταφέρω
bring down, once in Hom., οὗ μʼ ἄχος ὀξὺ κατοίσεται Ἄϊδος εἴσω will bring me down to the grave, Il. l.c.; βαρυπεσῆ καταφέρω ποδὸς ἀκμάν A. Eu. 370 (lyr.); of rivers, κ. χρυσίον, γῆν, Arist. Mir. 833b17, Pr. 935a16: Com., ὁ Κρᾶθις ἡμῖν κ. μάζας Metag. 6.1; esp. of cutting instruments, κ. τὴν σμινύην Ael. NA 11.32; τὴν δίκελλαν, τὴν σφῦραν, Luc. Tim. 7, Prom. 2: c. dat. obj., κ. τὸ ξίφος τῷ πολεμίῳ let it fall upon him, Plu. Apophth. Lac. 2.236e: c. gen., τὴν ἅρπην τῆς ἰξύος Ach.Tat. 1.3; τῶν γνάθων τὸ ξυρόν Alciphr. 3.66: metaph., ψόγον τινός LXX Ge. 37.2: abs., hew downwards, deal a blow, Luc. DDeor. 13[8], Somn. 3; κ. πληγήν Id. Tim. 40, cf. D.S. 11.69 (but also κατήνεγκε πληγαῖς τὴν κεφαλήν PTeb. 138 (ii B.C.)).
πτερόν
1 oars, ἐρετμά, τά τε πτερὰ νηυσὶ πέλονται Od. 11.125; νηὸς πτερά Hes. Op. 628 (unless sails, cf. πτίλον III.2); ὅπῃ νεὼς στείλαιμʼ ἂν οὔριον π. E. Hel. 147; σκάφος ἀΐσσον πτεροῖσι Id. Tr. 1086 (lyr.): hence conversely, of birds, πτεροῖς ἐρέσσει Id. IT 289; πτερῶν εἰρεσίᾳ, of Hermes, Luc. Tim. 40.