Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (27)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:27
Refs {'start': {'reference': '27', 'human_reference': 'Section 27'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Πλοῦτος

οἴει γὰρ τοιοῦτον οἷός εἰμι ὁρᾶσθαι αὐτοῖς, χωλὸν τυφλὸν ὅσα ἄλλα μοι πρόσεστιν;

v.2.p.356
Ἑρμῆς

ἀλλὰ πῶς, Πλοῦτε, εἰ μὴ τυφλοὶ καὶ αὐτοι πάντες εἰσίν;

Πλοῦτος

οὐ τυφλοί, ἄριστε, ἀλλʼ ἄγνοια καὶ ἀπάτη, αἵπερ νῦν κατέχουσι τὰ πάντα, ἐπισκιάζουσιν αὐτούς· ἔτι δὲ καὶ αὐτός, ὡς μὴ παντάπασιν ἄμορφος εἴην, προσωπεῖόν τι ἐρασμιώτατον περιθέμενος, διάχρυσον καὶ λιθοκόλλητον, καὶ ποικίλα ἐνδὺς ἐντυγχάνω αὐτοῖς· οἱ δὲ αὐτοπρόσωπον οἰόμενοι ὁρᾶν τὸ κάλλος ἐρῶσι καὶ ἀπόλλυνται μὴ τυγχάνοντες. ὡς εἴ γέ τις αὐτοῖς ὅλον ἀπογυμνώσας ἐπέδειξέ με, δῆλον ὡς κατεγίνωσκον ἂν αὑτῶν ἀμβλυώττοντες τὰ τηλικαῦτα καὶ ἐρῶντες ἀνεράστων καὶ ἀμόρφων πραγμάτων.

Tokens

Πλοῦτος 1 w 7
οἴει 1 w 11
γὰρ 1 w 14
τοιοῦτον 1 w 22
οἷός 1 w 26
εἰμι 1 w 30
ὁρᾶσθαι 1 w 37
αὐτοῖς 1 w 43
χωλὸν 1 w 49
1 w 50
τυφλὸν 1 w 56
2 w 57
ὅσα 1 w 60
ἄλλα 1 w 64
μοι 1 w 67
πρόσεστιν 1 w 76
Ἑρμῆς 1 w 82
ἀλλὰ 1 w 86
πῶς 1 w 89
1 w 91
Πλοῦτε 1 w 97
εἰ 2 w 100
μὴ 1 w 102
τυφλοὶ 1 w 108
καὶ 1 w 111
αὐτοι 1 w 116
πάντες 1 w 122
εἰσίν 1 w 127
Πλοῦτος 2 w 135
οὐ 1 w 137
τυφλοί 1 w 143
2 w 145
ἄριστε 1 w 151
ἀλλʼ 1 w 156
1 w 157
ἄγνοια 1 w 163
καὶ 2 w 166
2 w 167
ἀπάτη 1 w 172
αἵπερ 1 w 178
νῦν 1 w 181
κατέχουσι 1 w 190
τὰ 1 w 192
πάντα 1 w 197
ἐπισκιάζουσιν 1 w 211
αὐτούς 1 w 217
ἔτι 1 w 221
δὲ 1 w 223
καὶ 3 w 226
αὐτός 1 w 231
ὡς 1 w 234
μὴ 2 w 236
παντάπασιν 1 w 246
ἄμορφος 1 w 253
εἴην 1 w 257
προσωπεῖόν 1 w 268
τι 3 w 270
ἐρασμιώτατον 1 w 282
περιθέμενος 1 w 293
διάχρυσον 1 w 303
καὶ 4 w 306
λιθοκόλλητον 1 w 318
καὶ 5 w 322
ποικίλα 1 w 329
ἐνδὺς 1 w 334
ἐντυγχάνω 1 w 343
αὐτοῖς 2 w 349
οἱ 1 w 352
δὲ 2 w 354
αὐτοπρόσωπον 1 w 366
οἰόμενοι 1 w 374
ὁρᾶν 1 w 378
τὸ 1 w 380
κάλλος 1 w 386
ἐρῶσι 1 w 391
καὶ 6 w 394
ἀπόλλυνται 1 w 404
μὴ 3 w 406
τυγχάνοντες 1 w 417
ὡς 2 w 420
εἴ 2 w 422
γέ 1 w 424
τις 1 w 427
αὐτοῖς 3 w 433
ὅλον 1 w 437
ἀπογυμνώσας 1 w 448
ἐπέδειξέ 1 w 456
με 3 w 458
δῆλον 1 w 464
ὡς 3 w 466
κατεγίνωσκον 1 w 478
ἂν 1 w 480
αὑτῶν 1 w 485
ἀμβλυώττοντες 1 w 498
τὰ 2 w 500
τηλικαῦτα 1 w 509
καὶ 7 w 512
ἐρῶντες 1 w 519
ἀνεράστων 1 w 528
καὶ 8 w 531
ἀμόρφων 1 w 538
πραγμάτων 1 w 547

Dictionary Citations

LSJ

ἀμβλυώσσω
to be short-sighted, have weak sight, Hp. Prorrh. 2.42, etc., Pl. R. 508c, al., Hp.Mi. 374d; ἀ. πρὸς τὸ φῶς to be dazzled by it, Luc. Cont. 1, cf. Jul. Or. 5.163a; ἀ. τὰ τηλικαῦτα Luc. Tim. 27; τὸ τοῦ γήρως ἀμβλυῶττον Plu. Lib.educ. 2.13e.
αὐτοπρόσωπος
in oneʼs own person, without a mask, of an actor, Ath. 10.452f, cf. Jul. Mis. 367b; αὐ. φανῆναι Luc. Pr.Im. 3; αὐ. ὁρᾶν τὸ κάλλος Id. Tim. 27; λέγειν Id. JTr. 29; speaking in oneʼs own person, Sch. Il. Oxy. 1086.64, al.; συγγράμματα αὐ. in which the author speaks in his own person, Ammon. in Cat. 4.16; cf. αὐτοδιήγητος. Adv. -πως, θεσπίσαι Ph. 2.208; εἰσάγειν τοὺς κωμῳδουμένους Hermog. Stat. 11 (v.l. -πους) ; ὑποκρινόμενος Him. Ecl. 2.21; ἀντεπιστεῖλαι CPR 20 ii 5 (iii A. D.).
προσωπεῖον
mask, Thphr. Char. 6.3, Dsc. 3.144 (v.l. -ποις), LXX 4 Ma. 15.15, Arr. Epict. 1.29.41, al., Luc. Nigr. 11, Tim. 27; τὸ γῆρας φέρει π., i.e. wears an ugly aspect, CIG 3902r ( Eumenia); ἐν τῷ Σόλωνος π. to do a thing under the mask, in the person, of Solon, Plu. Herod. 2.857f.