Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (22)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:22
Refs {'start': {'reference': '22', 'human_reference': 'Section 22'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Πλοῦτος

ἐπειδὰν δὲ τὸ σημεῖον ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ λίνον ἐντμηθῇ καὶ δέλτος ἀνοιχθῇ καὶ ἀνακηρυχθῇ μου καινὸς δεσπότης ἤτοι συγγενής τις κόλαξ καταπύγων οἰκέτης ἐκ παιδικῶν τίμιος, ὑπεξυρημένος ἔτι τὴν γνάθον, ἀντὶ ποικίλων καὶ παντοδαπῶν ἡδονῶν ἃς ἤδη ἔξωρος ὢν ὑπηρέτησεν αὐτῷ μέγα τὸ μίσθωμα γενναῖος ἀπολαβών, ἐκεῖνος μέν, ὅστις ἂν ποτε, ἁρπασάμενός με αὐτῇ δέλτῳ θεῖ φέρων ἀντὶ τοῦ τέως Πυρρίου Δρόμωνος Τιβείου Μεγακλῆς Μεγάβυζος Πρώταρχος μετονομασθείς, τοὺς μάτην κεχηνότας ἐκείνους ἐς ἀλλήλους ἀποβλέποντας καταλιπὼν ἀληθὲς ἄγοντας τὸ πένθος, οἷος αὐτοὺς θύννος ἐκ μυχοῦ τῆς σαγήνης διέφυγεν οὐκ ὀλίγον τὸ δέλεαρ καταπιών.

Tokens

Πλοῦτος 1 w 7
ἐπειδὰν 1 w 14
δὲ 1 w 16
τὸ 1 w 18
σημεῖον 1 w 25
ἀφαιρεθῇ 1 w 33
καὶ 1 w 36
τὸ 2 w 38
λίνον 1 w 43
ἐντμηθῇ 1 w 50
καὶ 2 w 53
1 w 54
δέλτος 1 w 60
ἀνοιχθῇ 1 w 67
καὶ 3 w 70
ἀνακηρυχθῇ 1 w 80
μου 1 w 83
1 w 84
καινὸς 1 w 90
δεσπότης 1 w 98
ἤτοι 1 w 102
συγγενής 1 w 110
τις 1 w 113
1 w 114
κόλαξ 1 w 119
2 w 120
καταπύγων 1 w 129
οἰκέτης 1 w 136
ἐκ 1 w 138
παιδικῶν 1 w 146
τίμιος 1 w 152
ὑπεξυρημένος 1 w 165
ἔτι 1 w 168
τὴν 1 w 171
γνάθον 1 w 177
ἀντὶ 1 w 182
ποικίλων 1 w 190
καὶ 4 w 193
παντοδαπῶν 1 w 203
ἡδονῶν 1 w 209
ἃς 1 w 211
ἤδη 1 w 214
ἔξωρος 1 w 220
ὢν 1 w 222
ὑπηρέτησεν 1 w 232
αὐτῷ 1 w 236
μέγα 1 w 240
τὸ 3 w 242
μίσθωμα 1 w 249
2 w 250
γενναῖος 1 w 258
ἀπολαβών 1 w 266
ἐκεῖνος 1 w 274
μέν 2 w 277
ὅστις 1 w 283
ἂν 1 w 285
1 w 286
ποτε 1 w 290
ἁρπασάμενός 1 w 302
με 3 w 304
αὐτῇ 1 w 308
δέλτῳ 1 w 313
θεῖ 1 w 316
φέρων 1 w 321
ἀντὶ 2 w 325
τοῦ 1 w 328
τέως 1 w 332
Πυρρίου 1 w 339
3 w 340
Δρόμωνος 1 w 348
4 w 349
Τιβείου 1 w 356
Μεγακλῆς 1 w 364
5 w 365
Μεγάβυζος 1 w 374
6 w 375
Πρώταρχος 1 w 384
μετονομασθείς 1 w 397
τοὺς 1 w 402
μάτην 1 w 407
κεχηνότας 1 w 416
ἐκείνους 1 w 424
ἐς 1 w 426
ἀλλήλους 1 w 434
ἀποβλέποντας 1 w 446
καταλιπὼν 1 w 455
ἀληθὲς 1 w 461
ἄγοντας 1 w 468
τὸ 4 w 470
πένθος 1 w 476
οἷος 1 w 481
αὐτοὺς 1 w 487
3 w 488
θύννος 1 w 494
ἐκ 4 w 496
μυχοῦ 1 w 501
τῆς 1 w 504
σαγήνης 1 w 511
διέφυγεν 1 w 519
οὐκ 1 w 522
ὀλίγον 1 w 528
τὸ 5 w 530
δέλεαρ 1 w 536
καταπιών 1 w 544

Dictionary Citations

LSJ

ἁρπάζω
ἁρπάζω, fut. -άξω Il. 22.310, Babr. 89.2, -άσω X. Eq.Mag. 4.17, ( ἀν-) E. Ion 1303; in Att. more commonly ἁρπάσομαι Ar. Pax 1118, Ec. 866, Av. 1460, X. Cyr. 7.2.5, ( ἀν-) Hdt. 9.59; contr. ἁρπῶμαι, ἁρπᾷ LXX Le. 19.13, al.: aor. ἥρπαξα Il. 3.444, Pi. N. 10.67, IG 4.951.11 (Epid.); Trag. and Att. ἥρπασα E. Or. 1634, Th. 6.101 (also Il. 13.528, 17.62, Hdt. 2.156): pf. ἥρπακα Ar. Pl. 372, Pl. Grg. 481a:— Med., aor. ἡρπασάμην Luc. Tim. 22, etc. ὑφ-αρπάσαιο Ar. Ec. 921):— Pass., pf. ἥρπασμαι X. An. 1.2.27, E. Ph. 1079 ( ἀν-): 3 plpf. ἥρπαστο Id. El. 1041; later ἥρπαγμαι Paus. 3.18.7, inf. -άχθαι Str. 13.1.11: aor. 1 ἡρπάσθην Hdt. 1.1 and 4, etc., -χθην Id. 2.90 (v.l.), 8.115, D.S. 17.74; later, aor. 2 ἡρπάγην [ᾰ] Lyc. 505, etc.: fut. ἁρπᾰγήσομαι 1 Ep.Thess. 4.17, J.BJ 5.10.3; part. ἁρπάμενος (as if from ἅρπημι) AP 11.59 ( Maced.), Nonn. D. 1.340, al., ( ὑφ-) AP 9.619 ( Agath.):—
δέλτος
II writing: letter, Pl. Ep. 312d; will, Luc. Tim. 22, etc.; δέλτον χαλκῆν ἐκσφραγισθεῖσαν BGU 265.21 (ii A.D.), cf. 780.15, 1032.3; Ὁμήρου δέλτον the books of Homer, IG 9(1).880.10 (Corc.), cf. AP 12.2 ( Strato); αἱ δώδεκα δ. the Twelve Tables, D.H. 2.27.
ἐντέμνω
3 cut, ναῦς ἐ. κύματα Ph. 1.352, cf. Luc. Tim. 22 ( Pass.), Tox. 37, Tox. 37, Hist.Conscr. 25.
καταπύγων
male passive homosexual, sts. loosely as a term of abuse [Supp.], Id. Ach. 79, al., Luc. Tim. 22, Alciphr. 3.45, etc.; ὦ κατάπυγον Ar. Th. 200.--The oblique cases are sts. wrongly written -πύγωνος, cf. Hdn. Gr. 2.725: irreg. Comp. -πυγωνέστερος (metri gr.) Ar. Lys. 776.
σαγήνη
large drag-net for taking fish, seine, Ital. sagena, LXX Hb. 1.15, al., Ev.Matt. 13.47, Plu. Superst. 2.169c, Luc. Tim. 22, Pisc. 51, etc.; σαγήνην βάλλειν Babr. 4.1, 9.6; hunting-net, Id. 43.8.
ὑποξυράω
shave or cut off some of the hair, τὸν τόπον Hippiatr. 77:— Pass., ὑπεξυρημένος Archil. 58; ὑπεξ. τὸ γένειον, τὴν γνάθον, Luc. DMort. 19[9].4, Tim. 22.