Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (20)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:20
Refs {'start': {'reference': '20', 'human_reference': 'Section 20'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Ἑρμῆς

προΐωμεν, Πλοῦτε. τί τοῦτο; ὑποσκάζεις; ἐλελήθεις με, γεννάδα, οὐ τυφλὸς μόνον ἀλλὰ καὶ χωλὸς ὤν.

v.2.p.348
Πλοῦτος

οὐκ ἀεὶ τοῦτο, Ἑρμῆ, ἀλλʼ ὁπόταν μὲν ἀπίω παρά τινα πεμφθεὶς ὑπὸ τοῦ Διός, οὐκ οἶδʼ ὅπως βραδύς εἰμι καὶ χωλὸς ἀμφοτέροις, ὡς μόγις τελεῖν ἐπὶ τὸ τέρμα, προγηράσαντος ἐνίοτε τοῦ περιμένοντος, ὁπόταν δὲ ἀπαλλάττεσθαι δέῃ, πτηνὸν ὄψει, πολὺ τῶν ὀνείρων ὠκύτερον· ἅμα γοῦν ἔπεσεν ὕσπληγξ, κἀγὼ ἤδη ἀνακηρύττομαι νενικηκώς, ὑπερπηδήσας τὸ στάδιον οὐδὲ ἰδόντων ἐνίοτε τῶν θεατῶν.

Ἑρμῆς

οὐκ ἀληθῆ ταῦτα φής· ἐγώ γέ τοι πολλοὺς ἂν εἰπεῖν ἔχοιμί σοι χθὲς μὲν οὐδὲ ὀβολὸν ὥστε πρίασθαι βρόχον ἐσχηκότας, ἄφνω δὲ τήμερον πλουσίους καὶ πολυτελεῖς ἐπὶ λευκοῦ ζεύγους ἐξελαύνοντας, οἷς οὐδὲ κἂν ὄνος ὑπῆρξε πώποτε. καὶ ὅμως πορφυροῖ καὶ χρυσόχειρες περιέρχονται οὐδʼ αὐτοὶ πιστεύοντες οἶμαι ὅτι μὴ ὄναρ πλουτοῦσιν.

Tokens

Ἑρμῆς 1 w 5
προΐωμεν 1 w 13
1 w 15
Πλοῦτε 1 w 21
τί 1 w 24
τοῦτο 1 w 29
ὑποσκάζεις 1 w 40
ἐλελήθεις 1 w 50
με 2 w 52
2 w 54
γεννάδα 1 w 61
οὐ 1 w 64
τυφλὸς 1 w 70
μόνον 1 w 75
ἀλλὰ 1 w 79
καὶ 1 w 82
χωλὸς 1 w 87
ὤν 1 w 89
Πλοῦτος 1 w 97
οὐκ 1 w 100
ἀεὶ 1 w 103
τοῦτο 2 w 108
3 w 110
Ἑρμῆ 2 w 114
ἀλλʼ 1 w 119
ὁπόταν 1 w 125
μὲν 1 w 128
ἀπίω 1 w 132
παρά 1 w 136
τινα 1 w 140
πεμφθεὶς 1 w 148
ὑπὸ 1 w 151
τοῦ 3 w 154
Διός 1 w 158
οὐκ 2 w 162
οἶδʼ 1 w 166
ὅπως 1 w 170
βραδύς 1 w 176
εἰμι 1 w 180
καὶ 2 w 183
χωλὸς 2 w 188
ἀμφοτέροις 1 w 198
ὡς 1 w 201
μόγις 1 w 206
τελεῖν 1 w 212
ἐπὶ 1 w 215
τὸ 1 w 217
τέρμα 1 w 222
προγηράσαντος 1 w 236
ἐνίοτε 1 w 242
τοῦ 4 w 245
περιμένοντος 1 w 257
ὁπόταν 2 w 264
δὲ 1 w 266
ἀπαλλάττεσθαι 1 w 279
δέῃ 1 w 282
πτηνὸν 1 w 289
ὄψει 1 w 293
πολὺ 1 w 298
τῶν 1 w 301
ὀνείρων 1 w 308
ὠκύτερον 1 w 316
ἅμα 1 w 320
γοῦν 1 w 324
ἔπεσεν 1 w 330
1 w 331
ὕσπληγξ 1 w 338
κἀγὼ 1 w 343
ἤδη 1 w 346
ἀνακηρύττομαι 1 w 359
νενικηκώς 1 w 368
ὑπερπηδήσας 1 w 380
τὸ 2 w 382
στάδιον 1 w 389
οὐδὲ 1 w 393
ἰδόντων 1 w 400
ἐνίοτε 2 w 406
τῶν 2 w 409
θεατῶν 1 w 415
Ἑρμῆς 2 w 421
οὐκ 3 w 424
ἀληθῆ 1 w 429
ταῦτα 1 w 434
φής 1 w 437
ἐγώ 1 w 441
γέ 1 w 443
τοι 1 w 446
πολλοὺς 1 w 453
ἂν 1 w 455
εἰπεῖν 1 w 461
ἔχοιμί 1 w 467
σοι 1 w 470
χθὲς 1 w 474
μὲν 2 w 477
οὐδὲ 2 w 481
ὀβολὸν 1 w 487
ὥστε 1 w 491
πρίασθαι 1 w 499
βρόχον 1 w 505
ἐσχηκότας 1 w 514
ἄφνω 1 w 519
δὲ 4 w 521
τήμερον 1 w 528
πλουσίους 1 w 537
καὶ 3 w 540
πολυτελεῖς 1 w 550
ἐπὶ 2 w 553
λευκοῦ 1 w 559
ζεύγους 1 w 566
ἐξελαύνοντας 1 w 578
οἷς 1 w 582
οὐδὲ 3 w 586
κἂν 1 w 589
ὄνος 1 w 593
ὑπῆρξε 1 w 599
πώποτε 1 w 605
καὶ 4 w 609
ὅμως 1 w 613
πορφυροῖ 1 w 621
καὶ 5 w 624
χρυσόχειρες 1 w 635
περιέρχονται 1 w 647
οὐδʼ 1 w 651
αὐτοὶ 1 w 656
πιστεύοντες 1 w 667
οἶμαι 1 w 672
ὅτι 1 w 675
μὴ 1 w 677
ὄναρ 1 w 681
πλουτοῦσιν 1 w 691

Dictionary Citations

LSJ

ἀντιλαβή
3 πολλὰς . . ἔχει ὑποψίας καὶ ἀντιλαβάς gives many handles against one, points of attack, Pl. Phd. 84c; so ἀ. διδόναι D.H. Rh. 8.15; παρέχεσθαι Luc. Tim. 20.
κἄν
3 εἰ, simply as a stronger form of καί, even, εἴσελθε κ. νῦν Men. 342; κ. νεκρῷ χάρισαι τὰ σὰ χείλεα Theoc. 23.41, cf. 35 (v.l.) (and so with εἷς, μία, ἕν, κ. μίαν ἡμέραν δόντες αὐτοῖς v.l. in X. HG 1.7.19; εἰ κ. ἕν τι φαίνοιτο S.E. P. 2.195, cf. Ph. 2.29); ἐὰν ἅψωμαι κ. τῶν ἱματίων Ev.Marc. 5.28; κ. νῦν now at any rate, POxy. 2151.7 (iii A.D.); κἂν ὧς even so, nevertheless, ib. 123.7 (iii/iv A.D.); οἷς οὐδὲ κ. ὄνος ὑπῆρξε πώποτε Luc. Tim. 20 codd., cf. DDeor. 8[5].2, etc.
πορφύρεος
3 purple-clad, in purple, Luc. Tim. 20.
προγηράσκω
grow old before, τοῦ χρόνου τοῦ ἱκνευμένου Hp. Aër. 7: abs., Luc. Tim. 20.
ὑποσκάζω
limp a little, Plu. Lib.educ. 2.4a, Luc. Tim. 20, Cont. 1.
ὕσπληξ
3 contrivance (of uncertain nature, but prob. on the principle of ὕ. I or 2; = Lat. transenna, Gloss.) for starting a race, starting-machine ( κυρίως τὸ μηχάνημα τὸ ἀποκροῦον τὸν κανόνα τοῦ δρομέως Sch. D.P. 121; cf. σχαστηρία I), ὕσπληγος ἀγκῶνας τρεῖς παραστάδας ὑσπλήγων τέτταρας καὶ κίονας δύο, σύριγγας τῶν ὑ. δύο, in a list of wooden objects, Inscr.Délos 1400.9 (ii B. C.), cf. 1409 BA ii43 (ii B. C.); ὕσπληγα λαμπαδίειον (for the torch-race) IG ΙΙ(2).203 B 96 ( Delos, iii B. C.); ἀφέσεις τὰς ἀπὸ τῶν ὑσπλήγων τοῦ Παναθηναϊκοῦ σταδίου ib. 2(2).1035.50 (i B. C.); ἔπεσεν ἡ ὕ. Luc. Tim. 20; τῆς ὕ. εὐθὺς καταπεσούσης Id. Cal. 12; ἑστᾶσιν ὥσπερ ἐφʼ ὕσπληγος ἐξορμᾶν ἕτοιμοι J. BJ 3.5.4 (v.l. ὑφʼ ὕσπληγος); διήκει πρὸ αὐτῶν καλῴδιον ἀντὶ ὕσπληγος Paus. 6.20.11; χαλῶσιν αἱ ὕ. ib. 13; ἀθρόα δʼ ὕσπληξ πάντα (sc. τὰ ἅρματα) διὰ στρεπτοῦ τείνα [τʼ ἔ]χουσα κάλω· [ἦ] μέγʼ ἐπαχήσασα θοὰς ἐξήλασε πώλους Inscr.Perg. l.c.; ψόφος ἦν ὕσπληγος ἐν οὔασιν, i.e. the race had just started, AP 11.86, cf. Plu. Praec. 2.804e; ἔσχαστο ἡ ὕ. Hld. 4.3; ψαλιδωτὰς ἱππαφέσεις διὰ μιᾶς ὕ. ἅμα πάσας ἀνοιγομένας D.H. 3.68: metaph., κἀπὸ γῆς ἐσχάζοσαν ὕσπληγας were loosing the starting-machine from land, i. e. were starting out from land, Lyc. 22.
χειροπληθής
filling the hand, as large as can be held in the hand, λίθοι X. An. 3.3.17; κορύνη Theoc. 25.63; ἀγκάλισμα Luc. Am. 14; χ. μέγεθος handful, Thphr. HP 4.2.7; so χ. δέσμη Dsc. 1.8, etc.; neut., ἀλφίτων χειροπληθές Gp. 14.17.2. Adv. -θῶς by handfuls, Sch. Luc. Tim. 20.
χρυσόχειρ
with gold on the hands, i.e. with gold rings, Luc. Tim. 20.
χωλός
lame in the feet, halting, limping, c. acc., χωλὸς δʼ ἕτερον πόδα Il. 2.217, cf. 9.503, Od. 8.308, Hdt. 5.92.βʹ, S. Ph. 486, 1032; χ. καὶ οὐκ ἀρτίπους Hdt. 4.161; χ. τὼ σκέλει Ar. Th. 24; also c. dat., σκέλει χωλός Plu. QConv. 2.739b; χωλὸς ἀμφοτέροις Luc. Tim. 20: later also of the hand, like κυλλός, χωλὸς τὴν χεῖρα Eup. 343; χεῖρα χωλὴν ἕξειν Hp. Prorrh. 2.1, cf. Pl. Lg. 794e: of animals, X. Eq. 1.5, etc.