Scaife ATLAS

CTS Library / Τίμων

Τίμων (2)

urn:cts:greekLit:tlg0062.tlg022.perseus-grc2:2
Refs {'start': {'reference': '2', 'human_reference': 'Section 2'}}
Ancestors []
Children []
prev
plain textXML
next
Τίμων

θᾶττον γοῦν τῶν ἐπιορκεῖν τις ἐπιχειρούντων ἕωλον θρυαλλίδα φοβηθείη ἂν τὴν τοῦ πανδαμάτορος κεραυνοῦ φλόγα· οὕτω δαλόν τινα ἐπανατείνεσθαι δοκεῖς αὐτοῖς, ὡς πῦρ μὲν καπνὸν ἀπʼ αὐτοῦ μὴ δεδιέναι, μόνον δὲ τοῦτο οἴεσθαι ἀπολαύειν τοῦ τραύματος, ὅτι ἀναπλησθήσονται τῆς ἀσβόλου.

ὥστε ἤδη διὰ ταῦτά σοι καὶ Σαλμωνεὺς ἀντιβροντᾶν ἐτόλμα, οὐ πάνυ τι[*] ἀπίθανος ὤν, πρὸς

v.2.p.328
οὕτω ψυχρὸν τὴν ὀργὴν Δία θερμουργὸς ἀνὴρ μεγαλαυχούμενος. πῶς γὰρ οὐ;[*] ὅπου γε καθάπερ ὑπὸ μανδραγόρᾳ καθεύδεις, ὃς οὔτε τῶν ἐπιορκούντων ἀκούεις οὔτε τοὺς ἀδικοῦντας ἐπισκοπεῖς, λημᾷς δὲ καὶ ἀμβλυώττεις πρὸς τὰ γινόμενα καὶ τὰ ὦτα ἐκκεκώφησαι καθάπερ οἱ παρηβηκότες.

Tokens

Τίμων 1 w 5
θᾶττον 1 w 11
γοῦν 1 w 15
τῶν 1 w 18
ἐπιορκεῖν 1 w 27
τις 1 w 30
ἐπιχειρούντων 1 w 43
ἕωλον 1 w 48
θρυαλλίδα 1 w 57
φοβηθείη 1 w 65
ἂν 1 w 67
1 w 68
τὴν 1 w 71
τοῦ 1 w 74
πανδαμάτορος 1 w 86
κεραυνοῦ 1 w 94
φλόγα 1 w 99
οὕτω 1 w 104
δαλόν 1 w 109
τινα 1 w 113
ἐπανατείνεσθαι 1 w 127
δοκεῖς 1 w 133
αὐτοῖς 1 w 139
ὡς 1 w 142
πῦρ 1 w 145
μὲν 1 w 148
2 w 149
καπνὸν 1 w 155
ἀπʼ 1 w 158
αὐτοῦ 1 w 163
μὴ 1 w 165
δεδιέναι 1 w 173
μόνον 1 w 179
δὲ 1 w 181
τοῦτο 1 w 186
οἴεσθαι 1 w 193
ἀπολαύειν 1 w 202
τοῦ 4 w 205
τραύματος 1 w 214
ὅτι 1 w 218
ἀναπλησθήσονται 1 w 233
τῆς 1 w 236
ἀσβόλου 1 w 243
ὥστε 1 w 248
ἤδη 1 w 251
διὰ 1 w 254
ταῦτά 1 w 259
σοι 1 w 262
καὶ 1 w 265
1 w 266
Σαλμωνεὺς 1 w 275
ἀντιβροντᾶν 1 w 286
ἐτόλμα 1 w 292
οὐ 1 w 295
πάνυ 1 w 299
τι 5 w 301
πάνυ 2 w 305
τι 6 w 307
Fritzsche 1 w 316
πάντη 1 w 322
MSS 1 w 325
ἀπίθανος 1 w 334
ὤν 1 w 336
πρὸς 1 w 341
οὕτω 2 w 345
ψυχρὸν 1 w 351
τὴν 2 w 354
ὀργὴν 1 w 359
Δία 1 w 362
θερμουργὸς 1 w 372
ἀνὴρ 1 w 376
μεγαλαυχούμενος 1 w 391
πῶς 1 w 395
γὰρ 1 w 398
οὐ 2 w 400
πῶς 2 w 404
γὰρ 2 w 407
οὐ 3 w 409
du 1 w 411
Soul 1 w 415
πῶς 3 w 419
γάρ 1 w 422
MSS 2 w 425
ὅπου 1 w 430
γε 1 w 432
καθάπερ 1 w 439
ὑπὸ 1 w 442
μανδραγόρᾳ 1 w 452
καθεύδεις 1 w 461
ὃς 1 w 464
οὔτε 1 w 468
τῶν 2 w 471
ἐπιορκούντων 1 w 483
ἀκούεις 1 w 490
οὔτε 2 w 494
τοὺς 1 w 498
ἀδικοῦντας 1 w 508
ἐπισκοπεῖς 1 w 518
λημᾷς 1 w 524
δὲ 2 w 526
καὶ 2 w 529
ἀμβλυώττεις 1 w 540
πρὸς 2 w 544
τὰ 1 w 546
γινόμενα 1 w 554
καὶ 3 w 557
τὰ 2 w 559
ὦτα 1 w 562
ἐκκεκώφησαι 1 w 573
καθάπερ 2 w 580
οἱ 1 w 582
παρηβηκότες 1 w 593

Dictionary Citations

LSJ

ἀντιβροντάω
rival in thundering, τινί Luc. Tim. 2; βρονταῖς ἀ. D.C. 59.28.
ἄσβολος
soot, Ar. Th. 245, Alex. 98.16, Thphr. Ign. 39, Luc. Tim. 2.
δαλός
fire-brand, Il. 15.421, Od. 5.488, E. Cyc. 471, 472, A. Ch. 608 (lyr.), Arist. Mete. 344a26; beacon-light, AP 9.675; of the thunderbolt, Il. 13.320, cf. Luc. Tim. 2.
ἕωλος
a day old, kept till the morrow, stale, of bread, Hp. Aff. 52, Antyll. ap. Orib. 4.11.2; of meat and fish, ἕωλοι κείμενοι δύʼ ἡμέρας ἢ τρεῖς Antiph. 161.6; αὔριον ἕωλον τοῦτʼ ἔχων [τὸ τέμαχος] Axionic. 6.15; πρόσφατον καὶ νέον ὕδωρ τὸ ὑόμενον, ἕ. δὲ καὶ παλαιὸν τὸ λιμναῖον Arist. Fr. 215; ἕ. νεκρός Luc. Cat. 18; ἕ. ἡμέρα the day after a feast, esp. after a wedding, when the scraps were eaten, Axionic. 8.6; ἕ. θρυαλλίς a stinking wick (after the lamp has been blown out), Luc. Tim. 2.
θερμουργός
doing hot and hasty acts, reckless, X. Mem. 1.3.9 ( Sup.), Luc. Tim. 2.
λημάω
to be bleared, of the eyes, Hp. Prorrh. 2.18; to be blear-eyed or purblind, λημᾶν κολοκύνταις to have oneʼs eyes running pumpkins, Ar. Nu. 327, cf. Hsch.; λ. καὶ ἀμβλυώττειν Luc. Tim. 2, etc.: metaph., Κρονικαῖς λήμαις λ. τὰς φρένας Ar. Pl. 581.
μανδραγόρας
mandrake ( μ. ἄρρην = Mandragora officinalis, μ. θῆλυς, = M. autumnalis, Dsc. 4.75), Thphr. HP 9.8.8, CP 6.4.5, etc.; μανδραγόρου ῥίζα Hp. Loc.Hom. 39; ὁ μ. τοὺς ἀνθρώπους κοιμίζει X. Smp. 2.24; μανδραγόρᾳ ἢ μέθῃ συμποδίσαι Pl. R. 488c; μανδραγόραν πεπωκόσιν ἐοίκαμεν D. 10.6; ἐκ μανδραγόρου, ὑπὸ μανδραγόρα καθεύδειν, Luc. Dem.Enc. 36, Tim. 2.
πανδαμάτωρ
the all-subduer, all-tamer, of sleep, Il. 24.5, Od. 9.373; of time, Simon. 4.5, B. 12.205, Epigr.Gr. 1050 ( Ephesus); π. δαίμων S. Ph. 1467 (anap.); κεραυνός Luc. Tim. 2, etc.:—pecul. fem. πανδᾰμάτειρα, Orph. H. 10.26, Epigr.Gr. 434.6 ( Petra), IG 12(5).303 ( Paros); πανδαμάτωρ μοῖρα Arist. Pepl. 43.
πάντῃ
II in every way, altogether, π. συγγίνεσθαι ἀήθεα Emp. 22.8; οὐδὲν ἦν π. καλόν Trag.Adesp. 26; π. πάντως Pl. Ti. 29c, Prm. 160b, Arist. EN 1100b20; πάντως καὶ π. Pl. Phlb. 60c; π. καὶ πανταχοῦ Act.Ap. 24.3; οὐ π. not quite, App. BC 1.8, Luc. Tim. 2.
παρηβάω
to be past oneʼs prime, to be elderly, Hdt. 3.53, Th. l.c., J. BJ 7.8.7, Luc. Tim. 2, etc. ; π. τὸ σῶμα Longus 3.15 : metaph., χρόνος παρήβησεν A. Ag. 985 (lyr.).